του Δρ. Σταύρου Γ. Ντάγιου[1]

Ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό, πολιτισμικό, γλωσσικό κ.λπ. περιβάλλον.  Οι καθημερινές συναλλαγές δεν μας θυμίζουν σε τίποτε εκείνες κάποιων δεκαετιών πριν. Γίνονται με πολλούς και, πολλές φορές, αθέατους τρόπους, ηλεκτρονικά, με τηλε-παραγγελίες, τηλε-εκφορτώσεις, σε μεγάλες αποστάσεις, από αφανείς προμηθευτές και πελάτες. Η αγορά δεν είναι μόνον ευμετάβλητη αλλά και άκρως εύθραυστη. Όμως το επικοινωνιακό εργαλείο μεταξύ των συναλλασσόμενων παραμένει το ίδιο, η γλώσσα, γραπτή ή προφορική. Περιττό να πούμε ότι η αγγλική τείνει να γίνει η παγκόσμια ομιλούμενη γλώσσα, με πολλούς χρήστες σε όλον τον κόσμο, οι περισσότεροι εκ των οποίων όμως γνωρίζουν μόνον τα «αγγλικά του υπολογιστή», τα οποία, αναμφίβολα, είναι ανεπαρκή να εκφράσουν όλες τις έννοιες, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που θέλουμε να πουλήσουμε ή να αγοράσουμε, πολλώ να εκφράσουν τον συναισθηματικό μας κόσμο. Όλες οι υπόλοιπες γλώσσες, ανήκουν στις αποκαλούμενες «μικρές γλώσσες» ή «τις ολιγότερο ομιλούμενες γλώσσες». Όπως και η δική μας και άλλες βαλκανικές, με τους λαούς των οποίων συνεργαζόμαστε σε καθημερινή οικονομική (και όχι μόνον) βάση. Για τους λαούς των Βαλκανίων όμως η εθνική τους γλώσσα δεν είναι μόνον φορέας απλών εννοιών και μνημάτων, αλλά είναι ο φορέας του πολιτισμού τους, της ιστορίας και συνολικά των πνευματικών τους αξιών. Οι Βαλκάνιοι, περισσότερο από πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, είναι εθνικά υπερήφανοι για τη γλώσσα τους, την οποία επιθυμούν να μη σβήσει στον κυκεώνα των ανεξέλικτων εξελίξεων. Αυτή την «ασήμαντη» λεπτομέρεια πολλές φορές την παραμελούμε στα συνέδρια, στις καθημερινές συναλλαγές με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται γενικά το αντικείμενο των συναντήσεων και τα συναλλασσόμενα μέρη να αισθάνονται ένα περίεργο σύμπλεγμα ανασφάλειας, υποβάθμισης, κατωτερότητας το οποίο αναπαράγει ενίοτε αρνητική αντίδραση. Η αντίδραση αυτή «χαλάει» τις συμφωνίες. Πόσες φορές το είδαμε αυτό; Στο πολυσυλλεκτικό, πολυεθνικό, πολύπολιτιστικό, πολύγλωσσο μικρό βαλκανικό περιβάλλον (συν)υπάρχουν πολλές γλώσσες και πολλοί πολισμοί, φορείς διαφορετικών συμπεριφορών και νοοτροπιών. Όλα αυτά δημιουργούν τους αθέατους ή θεατούς φραγμούς οι οποίοι αποτρέπουν ή κωλύουν τις συναλλαγές μας. Το δράμα των «μικρών γλωσσών» είναι ότι δεν μπορούν από μόνες τους να υπερβούν τους φραγμούς που θέτει η ίδια η γλώσσα, δηλαδή δεν έχουν την πολυτέλεια της «αυτοπροβολής», όπως λ.χ. η αγγλική. Δεν μπορούν – λόγω τής περιορισμένης χρήσης τους – να χρησιμεύσουν ως μηχανή μεταφοράς καίριων μορφών πολιτισμού, όπως είναι η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος, το δοκίμιο, το τραγούδι, ο επιστημονικός λόγος αλλά και των προϊόντων (αγαθών). Όποιος γράφει λ.χ. λογοτεχνία ή ένα επιστημονικό δοκίμιο σε μια λιγότερο ομιλούμενη γλώσσα, λ.χ. στα Αλβανικά, στα Ελληνικά, στα Σερβικά, στα Βουλγαρικά, στα Τουρκικά, στα Ρουμανικά κ.λπ. δηλ. σε όλες σχεδόν τις γλώσσες με εξαίρεση την Αγγλική, είναι καταδικασμένος να υποστεί το «γλωσσικό αποκλεισμό», σ’ έναν περισσότερο ή λιγότερο περιορισμένο αριθμό αναγνωστών άρα και πελατών, δηλ. σε μια περιορισμένη επικοινωνία και αγορά. Ένα νέο προϊόν εξάγει και τον όρο του, ένας νέος όρος εξάγει και το προϊόν του.  Η υπέρβαση αυτού του γλωσσικού φράγματος επιτυγχάνεται μόνον με τη μετάφραση και, στον προφορικό λόγο, με τη διερμηνεία. Στην Ελλάδα, και ιδίως στη Θεσσαλονίκη, ένα εμφανές κενό που αισθάνεται κανείς, είναι η έλλειψη μεταφράσεων, ο ελάχιστος αριθμός μεταφράσεων του πνευματικού πολιτισμού μας και των υλικών προϊόντων μας. Παραμένουμε εν πολλοίς άγνωστοι σε όσους – και είναι η συντριπτική πλειονότητα – δεν μπορούν να διαβάσουν και να καταλάβουν Ελληνικά και όταν ακόμη ενδιαφέρονται άρα και να αγοράσουν τα προϊόντα μας. Για αυτό χρειάζονται μεταφράσεις και μεταφράσεις καλής ποιότητας, μετάφραση λογοτεχνίας, επιστημονικών έργων, θεατρικών έργων, μετάφραση κειμένων τού νεοελληνικού και σύγχρονου στοχασμού.  Να γίνει ευρύτερα γνωστή η Ελλάδα με τα πνευματικά της αγαθά. Η Ελλάδα ως ποιοτική αγορά. Αλλά και σε ένα πρακτικό επίπεδο, μετάφραση (άρα προβολή προς τους αλλογενείς) των προϊόντων μας με στόχο την κατάκτηση της βαλκανικής αγοράς. Μετάφραση στις μητρικές γλώσσες των πελατών μας που μας ενδιαφέρουν εκάστοτε. Μας ενδιαφέρουν οι γείτονες των Βαλκανίων; Μετάφραση στις βαλκανικές γλώσσες. Πόσοι δικτυακοί τόποι των εταιρειών μας είναι μεταφρασμένοι σε βαλκανικές γλώσσες; Ελάχιστες. Αναγράφονται τα συστατικά των προϊόντων μας ή οι οδηγίες χρήσης των συσκευών στη γλώσσα της αγοράς-στόχος; Όχι. Όταν απευθύνεσαι στον πελάτη σου με την μητρική του γλώσσα, η πιθανότητα επιτυχίας πολλαπλασιάζεται. Στη Θεσσαλονίκη έχουμε καλούς επαγγελματίες μεταφραστές οι οποίοι δεν είναι απλώς «φωτοτυπάδες». Αυτοί όχι μόνο διευκολύνουν την ομαλή πρόσβαση στις χιλιάδες πελάτες μας αλλά – το σπουδαιότερο – δημιουργούν νεολογισμούς από την ανάγκη να δηλώσουν νέες έννοιες, όρους και προϊόντα. Η μετάφραση προϋποθέτει μια πολλαπλή δια-δράση μεταξύ δυο διαφορετικών πολιτισμών, δυο  διαφορετικών κόσμων, δυο διαφορετικών αγορών. Ας μην ξεχνάμε αυτή την ασήμαντη λεπτομέρεια. Στο κάτω κάτω δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μετάφραση (και η διερμηνεία) είναι η κυριότερη μορφή άμυνας των μικρότερων γλωσσών, άρα και των μικρών αγορών.


[1] O Δρ. Στάυρος Γ. Ντάγιος είναι ιδιοκτήτης του Μεταφραστικού Γραφείου Literatus, στη Θεσσαλονίκη, Οδυσσέως 6, Τηλ. 2310516251. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο Επαγγελματικό Βήμα, τον Ιούλιο 2007 .

Leave a Reply

Skip to toolbar