Η βουλγαρική γλώσσα (български език) ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια και κατατάσσεται στη δυτική ομάδα των νοτιοσλαβικών γλωσσών στην οποία εντάσσονται ακόμη η σερβική, η κροατική, η σλοβενική και η σλαβομακεδονική γλώσσα (το γλωσσικό ιδίωμα των Σκοπίων), ενώ όλες αυτές οι γλώσσες υπάγονται στην μεγάλη ομάδα των σλαβικών γλωσσών (ρωσική, λευκορωσική, ουκρανική, πολωνική, τσεχική, σλοβακική και λούζιτσκο-σερβική). Ανήκει επίσης στο βαλκανικό γλωσσικό δεσμό.

Είναι η επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, η οποία ομιλείται δε σε Καναδά, Ελλάδα, (με τη μορφή της Πομακικής), Ουγγαρία, Μολδαβία, πΓΔΜ, Ρουμανία, Ρωσία, Σερβία και Μαυροβούνιο, Τουρκία, Ουκρανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες. Εκτιμάται πως ο συνολικός αριθμός των χρηστών της βουλγαρικής γλώσσας ανέρχεται σε 10 εκατομμύρια.

Το αλφάβητό της βουλγαρικής γλώσσας είναι κυριλλικό, επινόηση των δύο αδελφών Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου και αποτελείται από 30 γράμματα. Μετά την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση η βουλγαρική είναι η μοναδική γλώσσα μεταξύ των γλωσσών της Ένωσης η οποία χρησιμοποιεί κυριλλικό αλφάβητο.

 Σταθμοί της ιστορίας της βουλγαρικής γλώσσας

Ο 9ος αιώνας μ.Χ. σηματοδοτεί την απαρχή των ιστορικών εξελίξεων της γλώσσας, με την κάθοδο των Νοτίων Σλάβων στη Βαλκανική Χερσόνησο. Η ιστορία της βουλγαρικής γλώσσας ξεχωρίζει τρείς βασικές περιόδους: την παλαιοβουλγαρική περίοδο (9ος-11ος αιώνας), την μεσοβουλγαρική περίοδο (12ος-14ος αιώνας) και την νεοβουλγαρική περίοδο (15ος αιώνας έως σήμερα).

Η παλαιοβουλγαρική περίοδος στιγματίζεται από το έργο των αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου και τις πρώτες μεταφράσεις χειρογράφων της παλαιάς εκκλησιαστικής σλαβικής.

Η μεσοβουλγαρική περίοδος ξεχωρίζει για τα μορφολογικά στοιχεία που διακρίνουν τα βουλγαρικά από τις άλλες σλαβικές γλώσσες και ειδικότερα από την απώλεια της κλίσης των ουσιαστικών και το σχηματισμό και την έκφραση του μέλλοντα με το εγκλιτικό ρήμα “θέλω”, εξέλιξη που συναντάται και σε πολλές άλλες βαλκανικές γλώσσες (αλβανικά, ελληνικά).

Με την περίοδο των «Δαμασκηνών», τον 16ο αιώνα, αρχίζει η νεοβουλγαρική γλωσσική παράδοση. Η τελική κωδικοποίηση της γλώσσας ολοκληρώνεται στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά την απελευθέρωση της Βουλγαρίας απ’ τους Τούρκους και την ίδρυση του σύγχρονου βουλγαρικού κράτους. Τα έργα των γνωστών συγγραφέων P. Slavejkov, L. Karavelov, Chr. Botev και I.Vazov υπήρξαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης βουλγαρικής γλώσσας. Τα βουλγαρικά διατηρούσαν μέχρι το 1945 την παλιά ορθογραφία με πολλαπλά αναχρονιστικά στοιχεία της παλαιοσλαβικής γραφής.

Κατά το ρουν της ιστορικής της μετεξέλιξης η βουλγαρική γλώσσα υπέστη πολλαπλές μετεξελίξεις στη μορφολογική και τη συντακτική δομή της.

Οι ομοιότητες της βουλγαρικής γλώσσας με άλλες σλαβικές είναι εμφανείς.

Βασικές μορφολογικές και γραμματικές πληροφορίες της βουλγαρικής γλώσσας

Τα ονοματικό σύστημα (Άρθρο · Ουσιαστικά · Επίθετα και Μετοχές) στα βουλγαρικά, παρότι διατηρεί τις γραμματικές κατηγορίες του αριθμού και του γένους, καθώς και την οριστικότητα και μη οριστικότητα (οριστικός και αόριστος τύπος ουσιαστικών), έχει απολέσει το πτωτικό σύστημα. Για την έκφανση των πτωτικών εννοιών χρησιμοποιούνται προθέσεις με τη χρήση κοινού πτωτικού τύπου (casus generalis). Όπως και σε σχεδόν όλες τις άλλες σλαβικές γλώσσες, το ρήμα, εκτός από ρηματικούς χρόνους, αριθμούς, πρόσωπα και εγκλίσεις, εκφράζει και την γραμματική κατηγορία της ρηματικής όψης. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραμματικής κατηγορίας του ρήματος είναι η διατήρηση των παλιών ρηματικών χρόνων της παλαιάς σλαβικής γλώσσας, δηλ. του παρατατικού, αόριστου, παρακειμένου, υπερσυντέλικου, του  απλού και τετελεσμένου μέλλοντα σε παρελθοντικό χρόνο. Βασικό στοιχείο της σύνταξης της βουλγαρικής πρότασης είναι η αναλυτική δομή των περιόδων, οι πολλαπλές δευτερεύουσες προτάσεις σε θέση απαρεμφάτων, μετοχών κλπ. Επικρατούν δομικό σχήμα είναι: υποκείμενο-ρήμα-άμεσο/έμμεσο αντικείμενο, χωρίς να αποκλείει και τις εξαιρέσεις.

Το λεξιλόγιο της βουλγαρικής γλώσσας αποτελείται από το γλωσσικό υπόστρωμα της σλαβικής από την εποχή της παλαιάς εκκλησιαστικής σλαβικής με έντονα τα στοιχεία των γειτνιαζουσών βαλκανικών γλωσσών (τουρκικά και ελληνικά) λόγω των κοινών ιστορικών επαφών. Τα τελευταία χρόνια, όπως και σε άλλες γλώσσες, πολυπληθέστερα είναι τα γλωσσικά δάνεια από δυτικές γλώσσες (ιδίως από τα αγγλικά).

Leave a Reply

Skip to toolbar