Του Δρ. Σταύρου  Γ. ΝΤΑΓΙΟΥ

1. Υπάρχουν πολλοί ορισμοί της μετάφρασης. Σε όλους σχεδόν το μεταφράζειν είναι μεταφορά, αλλαγή, γύρισμα. Δηλαδή είναι η μεταφορά, η αλλαγή, το γύρισμα ενός εκφωνήματος [utterance], μιας νοηματικής ενότητας από μια γλώσσα προς μια άλλη γλώσσα. Κατά γενική ομολογία, η μετάφραση είναι μια τεχνική κατά την οποία μεταφέρουμε το σημασιολογικό και αισθητικό περιεχόμενο ενός λόγου μιας γλώσσας Α (γλώσσα-πηγή) προς μια άλλη γλώσσα Β (γλώσσα-στόχος), προσπαθώντας ταυτόχρονα να ελαχιστοποιήσουμε, στο μέτρο του δυνατού, την αύξηση ή τη μείωση των πληροφοριών που εμπεριέχονται στη γλώσσα Α. Είναι προφανές, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρεις τεχνικές μετάφρασης: 1. Μετάφραση του λογοτεχνικού λόγου (λογοτεχνική μετάφραση), 2. Μετάφραση του επιστημονικού λόγου (τεχνική, επιστημονική μετάφραση) και 3. Απόδοση όρων (λεξικά). Η πρώτη σχετίζεται με την απόδοση στη γλώσσα Β, όπως την προσδιορίσαμε, ενός λογοτεχνικού κειμένου και προϋποθέτει τη μεταφορά τόσο του σημασιολογικού, όσο και του αισθητικού περιεχομένου. Η δεύτερη σχετίζεται με την απόδοση στη γλώσσα Β ενός τεχνικο-επιστημονικού κειμένου και προϋποθέτει κυρίως τη μεταφορά του σημασιολογικού περιεχομένου. Π.χ. Η γης περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. The earth turns round the sun. H τρίτη είναι η ακριβής απόδοση των όρων, π. χ. κύτταρο = cell. Κατά την ανάπτυξη της πραγματείας μας θα επιχειρήσουμε, ωστόσο, μια διαφορετική προσέγγιση της μεταφραστικής τεχνικής. Πρέπει να απαντήσουμε σε δυο βασανιστικές ερωτήσεις: α. Μπορούμε να μετα-φέρουμε (to trans-port) το περιεχόμενο ενός εκφωνήματος μιας γλώσσας σε μια άλλη, χωρίς να επαυξήσουμε τις πληροφορίες; Αυτή θα μπορούσε να αποκαλεστεί εκτεταμένη μετάφραση (extensive translation) και β. Μπορούμε να μετα-φέρουμε (to trans-port) το περιεχόμενο ενός εκφωνήματος μιας γλώσσας σε μια άλλη, χωρίς να μειώσουμε τις πληροφορίες; Αυτή θα μπορούσε να αποκαλεστεί εντατική μετάφραση (intensive translation). Πριν απαντήσουμε, θετικά ή αρνητικά, ενθυμούμαστε πως η λέξη μεταφορά (transport) στα αγγλικά έχει και τη σημασία του παραληρήματος, δηλαδή του συμπτώματος φρενοπάθειας που εκδηλώνεται ως ασυνάρτητη φλυαρία ή ως ντελίριο! Άρα, χωρίς να υποπέσουμε στο σύνδρομο της παραληρηματικής και ασυνάρτητης φλυαρίας (επαυξάνοντας ή μειώνοντας το περιεχόμενό της) δεν μπορούμε να μετα-φράσουμε/μετα-φέρουμε ή να αποδώσουμε, όπως συνηθίζεται στην παραδοσιακή μεταφρασεολογία να αποκαλείται, το λόγο μιας γλώσσας σε λόγο μιας άλλης γλώσσας. 2. Η μετάφραση προϋποθέτει την επαφή δυο γλωσσών; Ουσιαστικά, η μεταφραστική τέχνη (ή αν θέλετε τεχνολογία) προϋποθέτει την αντιπαραβολή συγκεκριμένων λεκτικών συνόλων ή γλωσσικό-συντακτικών μονάδων δυο διαφορετικών γλωσσών, δεδομένου ότι αντιπαραβάλλουμε τη νοηματική τους ενότητα, φερ’ ειπείν, της έκφρασης άνοστη κολακεία με την αντίστοιχη γαλλική un compliment fade. Στην ουσία, η μεταφραστική τεχνική προϋποθέτει την σημασιολογική και αισθητική ισοτιμία, συμμετρία και αντιστοιχία των γλωσσών Α και Β με ιδανικό στόχο την σημασιολογική και αισθητική ταυτοσημία τους. Όμως, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Στη μετάφραση δεν αντιπαραβάλλουμε εκφωνήματα, νοηματικές ενότητες ή και λέξεις – κατά τον Αριστοτέλη γλώττες[1] αυτές καθ’ αυτές δυο διαφορετικών γλωσσών, επιδιώκοντας αντιστοιχίες ή γλωσσικές συμμετρίες, απεναντίας, επιχειρούμε να εκφράσουμε μια συγκεκριμένη έννοια ενός συγκεκριμένου σημασιολογικού και σημειωτικού συστήματος σε ένα διαφορετικό σημασιολογικό και σημειωτικό σύστημα. Ή κάτι παρόμοιο. 3. Μείωση η επαύξηση του γλωσσικού και αισθητικού περιεχομένου σημαίνει απλώς αισθητική απόκλιση, ή και νοηματική αλλοίωση. Ή και ασυμφωνία με την γλωσσική και αισθητική πραγματικότητα. Ας συγκρατήσουμε τον όρο γλωσσικο-αισθητική πραγματικότητα γιατί αργότερα θα μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμος. Η κυρία Κουλουμπρή-Ghazal αναρωτήθηκε ρητορικά αν μπορεί να υπάρχει αντίστοιχη συμμετρική έκφραση σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα της ελληνικής λέξης νεκροστολίζω, άρα αν υπάρχει παρόμοια γλωσσική πραγματικότητα σε μια άλλη ξένη γλώσσα. Κατά μια αποδεκτή εξήγηση, όλες οι μεταφράσεις, χωρίς καμιά εξαίρεση, είναι πράξεις αυξομείωσης του προαναφερθέντος περιεχομένου (σημασιολογικού και αισθητικού), καθώς δεν υπάρχουν απόλυτα ταυτόσημες, συνώνυμες λέξεις, εκτός από εκείνες που ονομάζουν ίδια αντικείμενα, π.χ. ύδωρ-νερό (δηλαδή, το υγρό στοιχείο της φύσης που σχηματίζει τα ποτάμια, τις λίμνες και τις θάλασσες με τη χημική σύσταση Η2Ο) και οι αντιστοιχίες water, eau, Wasser, acqua, uje… Κατά τα άλλα, η συνωνυμία  και η ταυτοσημία είναι αμφίβολη γλωσσική πρακτική η οποία μπορεί να πλήξει μια «καλή μετάφραση». Δείγματος χάριν, η λέξη καλύβι σημαίνει περίπου παράπηγμα από σανίδες, κλαδιά ή καλάμια για να στεγάσει ανθρώπους(;) ή ζώα(;) ενώ η αντίστοιχη αγγλική hut (hovel, shack, hutch, hutment) σημαίνει περίπου: a small dirty house (which needs a lot of repair) with only one or two rooms which is usually made of wood, mud or grass. Ενώ στα γαλλικά η προκειμένη αντιστοιχία Bicoque σημαίνει Petite maison de mediocre apparence. Σε μια άλλη γλώσσα, στα αλβανικά, η kasolle σημαίνει Απλό ισόγειο οίκημα από βέργες, χώμα, και πέτρες σκεπασμένο με άχυρο για να στεγαστούν ζώα αλλά προπολεμικά και  άνθρωποι. Και τώρα ας προσπαθήσουμε, χωρίς να μας είναι γνωστό το νοηματικό περιβάλλον, να μεταφράσουμε την έκφραση: Αχ, να είχα μια καλύβα! σε μια από τις προαναφερθείσες γλώσσες, αποφεύγοντας αυτές τις εφιαλτικές αυξομειώσεις που πρεσβεύουμε. Κάθε συνωνυμική επιλογή θα είναι πράξη (αισθητικής αλλά και γλωσσικής) κακοποίησης. Διότι η σημασία της λέξης καλύβα δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι: ισόγειο οίκημα για τα ζωντανά μας, είναι από βέργες, άχυρο και χόρτο, βρώμικη; κοκ. 4.  Η μετάφραση ως ανακλαστικός συνωνυμισμός. Το γλωσσικό αισθητήριο του Μίλαν Κούντερα οδήγησε το συγγραφέα στον όρο ανακλαστικός συνωνυμισμός. Πράγματι, η μεταφραστική αισθητική πράξη δεν είναι παρά μια συνωνυμική αντανάκλαση, συμμετρική έκφραση του πρωτότυπου λόγου σε μια άλλη κοινωνική σύμβαση ενός άλλου κοινωνικού συνόλου. Δεν υπάρχει πιστή μετάφραση. Ούτε η ουτοπία της κακής μετάφρασης, όπως ελέχθη από  κάποιον συνάδελφο, ως πιστής είναι αποδεκτή. Όλες οι μεταφράσεις, καλές και κακές, είναι άπιστες, αποκλίνουσες από το πρωτότυπο κείμενο. Για προφανείς λόγους που μόλις μνημονεύσαμε. Και, επιπροσθέτως, για έναν άλλο, πολύ απλό λόγο: Ο μεταφραστής δεν παύει να είναι και αυτός ένας υποκειμενικός φορέας μηνυμάτων, ο οποίος δεν μπορεί να μετα-φέρει ακριβώς εκατό τοις εκατό το γλωσσικο-αισθητικό περιεχόμενο από τη γλώσσα Α στη γλώσσα Β, όπως θα το απέδιδε ο ίδιος ο δημιουργός του. Θα μπορούσε να το αποδώσει σε ποσοστό κάτω ή πάνω από το εκατό τοις εκατό αλλά ποτέ ακριβώς, εκατό τοις εκατό. Ο μεταφραστής είναι επίσης, όπως όλοι οι αναγνώστες, δέκτης μηνυμάτων της γλώσσας Α, ενώ πομπός είναι ο συγγραφέας της. Τη στιγμή όμως που αναλαμβάνει την μεταφορά του μηνύματος στη γλώσσα Β μετατρέπεται και ίδιος σε πομπό των μηνυμάτων της γλώσσας Α. Δηλαδή, ως πομπός μεταφέρει (παράγει/δημιουργεί) και ο ίδιος μηνύματα, είναι, δηλαδή, δημιουργός. Δημιουργώντας μπορεί να αλλοιώσει/αλλάξει το μήνυμα του συγγραφέα, να μειώσει ή να αυξήσει το σημασιολογικό και αισθητικό περιεχόμενό του. Παράδειγμα, βρήκαμε στα αγγλικά την έκφραση …. and then she was in the family way by him…. Και η εκφραστική αντιστοιχία που βρήκαμε στα ελληνικά …. και μετά βρέθηκε στο δρόμο προς την οικογένειά του με τον ίδιο. Ενώ η σωστή απόδοση θα ήταν …. και μετά έμεινε έγκυος μαζί του. Ας επιστρέψουμε όμως στην συνωνυμική αντιστοιχία μιας λογοτεχνικής μετάφρασης. Η έκφραση Ήταν χαρούμενος πώς θα αποδίδονταν στα αγγλικά: He was cheerful, glad, jocose, jolly, joyful, merry, sunny κοκ. Είναι, πράγματι, πολύ δύσκολο να αποφασίσεις, ενώπιον του φιλολογικού συνωνυμικού διλήμματος, τον τρόπο της ανακλαστικής μεταφοράς του άγνωστου για τον αναγνώστη της γλώσσας Β εκφωνήματος (και) της γνωστής για μας  τους μεταφραστές γλώσσας Α. Στην ουσία, η μεταφραστική τεχνολογία υπό την κλασική της έννοια προϋποθέτει την εύρεση της συνώνυμης λέξης (π.χ. βουνό) της γλώσσας Α, στη γλώσσα Β (π.χ. mountain) όταν όμως αντιπαραβάλλουμε δυο ίδιες γλωσσικές πραγματικότητες, εφάμιλλες και εξίσου πλούσιες. Ο μεταφραστής βρίσκεται πάντα ενώπιον του πρωτοτύπου, δηλαδή της γλώσσας Α ενώ ο αναγνώστης ενώπιον της γλώσσας Β, δηλαδή της μετάφρασης. Μεταξύ της γλώσσας Α και της γλώσσας Β υπάρχει μια διάσταση την οποία γνωρίζει (και καλύπτει) μόνον ο μεταφραστής. Όσο πιο μεγάλη είναι αυτή η διάσταση (δηλαδή το ποσοστό που αναφέραμε προηγουμένως, είτε της αύξησης είτε της μείωσης) τόσο πιο προδοτική είναι η μετάφραση. Και τανάπαλιν, όσο πιο μικρή είναι αυτή η διάσταση τόσο πιο πιστή είναι η μετάφραση. Τέλος, η πλήρης ταύτιση μεταξύ τους σημαίνει την ιδανική μετάφραση. Η διαγραμματική παράσταση των τριών περιπτώσεων της μεταφραστικής τεχνικής, δηλαδή της εντατικής, της εκτεταμένης και της ταυτόσημης (ιδανικής) μετάφρασης θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως εξής:

Α

Β

Α   Β

Α

Β  

Α/Β

1. Εντατική  μετάφραση     2. Εκτεταμένη  μετάφραση     2. Ταυτόσημη μετάφραση                                                

Οι αποστεωμένες εκφράσεις υψηλής αισθητικο-σημασιολογικής ευστοχίας και οι εκφράσεις υψηλής γλωσσικής σύλληψης, οι σύνθετες λέξεις μακράς χρήσης, οι λαϊκές εκφράσεις μιας γλώσσας οι οποίες δεν έχουν συμμετρικές αντιστοιχίες στη γλώσσα Β, θα αποδοθούν μόνο περιφραστικά, δηλαδή χωρίς την αντίστοιχη συνωνυμική έκφραση της γλώσσας Β και στην ουσία θα διερμηνευτούν. Έτσι, η έννοια της συνωνυμικής απόδοσης – μεταφοράς εκλείπει. 5. Το γεγονός ότι μας τρομάζει υπερβολικά η μετάφραση των δύο βασικών ρημάτων, δηλαδή του ρήματος είμαι και έχω σχετίζεται με έναν απλό λόγο: τα δύο αυτά ρήματα εκφράζουν δυο βασικές έννοιες της ανθρώπινης διάστασης: το ρήμα είμαι δηλώνει την ύπαρξή μας, ενώ το ρήμα έχω το περιεχόμενο αυτής της ύπαρξης. Με ένα λόγο, αυτά τα δυο ρήματα δηλώνουν τον τρόπο ύπαρξής μας. Δηλώνουν κοινώς ό,τι αποτελεί την μαθητεία της αλήθειας κάθε γνώσης: της ιστορίας,  φιλοσοφίας,  λογοτεχνίας κλπ. Σε μια απλή έρευνα βρήκαμε το ρήμα είμαι μεταφρασμένο σε 227 διαφορετικά (συνωνυμικά) ρήματα σε διάφορες μεταφράσεις, όπως: υπάρχω, ζω, βρίσκομαι, τρέχω, συναντώμαι, παρουσιάζομαι, τρώω, αντέχω, συσκέπτομαι κλπ. Εξ ου και το Cognito ergo sum το οποίο μεταφράστηκε «αδέξια» Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Αν μεταφραζόταν, λόγου χάρη, Σκέφτομαι άρα βασανίζουμε, ή Σκέφτομαι άρα δεν πέθανα θα αποδίδαμε την ίδια αλήθεια. Όλες αυτές οι παραλλαγές εκφράζουν την ίδια κοινωνική αλήθεια: την ανθρώπινη ύπαρξη. 6. Αδέξιες επαναλήψεις. Επιλέξαμε το εξής κείμενο: Την κοίταξε στα μάτια. Τα μάτια της ήταν ανέκφραστα. Τα μάτια του, απεναντίας, ήταν γεμάτα φως. Τα μάτια της θέλησαν να αποφύγουν τα μάτια του. Μη με κοιτάς στα μάτια, σαν να ήθελε να του πει με τα μάτια της. Είναι προφανές, η «συζήτηση» διεξάγεται με τα μάτια. Δεν μπορούμε, επομένως, να αποφύγουμε «την αδέξια» επανάληψη της λέξης μάτια ούτε μια φορά. Τα συνωνυμικά μας βιώματα και το επίκτητο ένστικτο που αποκτήσαμε για να αποφεύγουμε τις επαναλήψεις, ας μην λειτουργήσει στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τα άλλα όμως, δεν θα πείραζε και πολύ αν το γλωσσικό μας αισθητήριο ήταν πιο ευέλικτο, πιο ανεπτυγμένο και πιο πλούσιο από το αισθητήριο του μέτριου συγγραφέα του πρωτότυπου κειμένου. Σε τελική ανάλυση, εμείς κρινόμαστε από το γλωσσικό πλούτο που αποδίδουμε στον αναγνώστη της γλώσσας Β. 7. Βασανιστικές αμφισημίες. Ο τελευταίος στίχος των περίφημων ινδικών Rhig-Vedas θα μπορούσε να μεταφραστεί: Ω πίστη, κάνε μας  να πιστέψουμε! Η αμφίσημη έκφραση είναι εξίσου βασανιστική με την ελληνική ρήση: Ποιος είδε το Θεό και δεν φοβήθηκε! Προσπαθήστε να μεταφράσετε αυτές τις δύο εκφράσεις στις δικές σας γλώσσες, χωρίς να αυξομειώσετε το περιεχόμενο τους. Ασφαλώς, ύστερα από μια αγωνιώδη  προσπάθεια θα απογοητευτείτε: Φανταστείτε την έκφραση πηγή (την πρωτότυπη μορφή) αυτής της ταυτολογικής έκφρασης, η οποία κατάντησε μια  άχαρη παράκληση. Όσον αφορά τη δεύτερη, φανταστείτε την τρικυμιώδη επιθυμία του συγγραφέα. Μπορεί κανείς να δει το Θεό; Η συνάντηση του θνητού Άνθρωπου με τον Αθάνατο Κύριο είναι η ανεκπλήρωτη επιθυμία του πρώτου και το αγωνιώδες κήρυγμα του δεύτερου. Το εκφώνημα  μπορεί να εκφράζει τη λαχτάρα αγωνίας για την (μοιραία, όντως, αφού είναι μεταθανάτια, συνάντηση μόνον πνευμάτων) εύρεση, παράκληση αποφυγής, έκφραση ουτοπίας, ζωηρής επιθυμίας για κάτι που ποτέ δεν θα ήταν εφικτό κλπ. Μπορεί, συγχρόνως, να μην εκφράζει τίποτε από όλα αυτά. 8. η επίγνωση της απροσδιόριστης ενοχής. Εμείς οι μεταφραστές έχουμε πλήρη επίγνωση της ενοχής μας, μιας ενοχής απροσδιόριστης, αλλά αισθητικά ωραίας. Και επειδή είναι ενοχή, είναι και αμάρτημα. Και το αμάρτημα, το ξέρουμε όλοι, είναι μεγάλος πειρασμός. Και, καθ’ ομοίωση με την μοιχεία, η μετάφραση επίσης είναι αναπόφευκτη. Δεν είναι η μετάφραση αυτή που συνέβαλε οριστικά στο να γίνει πραγματικότητα αυτό που ορίζουμε σήμερα ως «οικουμενικό πολιτισμό» ή «global culture»? Οι αλβανοί μεταφραστές βρήκαν ίσως το πιο σπουδαίο ελαφρυντικό στοιχείο ενώπιον της φιλολογικής δίκης; Ονόμασαν την μεταφραστική πράξη ως εξαλβανισμός (shqipërim) του ξένου κείμενου. (σε παλαιότερα κείμενα και της ελληνική βρίσκομαι τον όρο το εξελληνισθέν κείμενο για μεταφρασμένο κείμενο) Και δεν έχουν καθόλου άδικο αν σκεφτούμε πως όλοι μας δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά εξελληνίζουμε, εξαλβανίζουμε, εκγερμανίζουμε και ούτω καθ’ εξής τα ξένα κείμενα. 9. ο w. Shakespeare – ως εθνικός ποιητής της Γερμανίας. Ως γνωστόν, τα έργα του W. Shakespeare μεταφράστηκαν στα γερμανικά από τον A. W. Schlegel (1767-1845). Η γερμανική ιστοριογραφία εκτιμά τις μεταφράσεις του ως εξής: Με τις μεταφράσεις του A.W. Schlegel ο W. Shakespeare καθίσταται ο εθνικός ποιητής της Γερμανίας. Η δική μας όμως εκτίμηση: Ό, τι το καλύτερο για το γερμανικό πολιτισμό. Ό, τι το χειρότερο για τον W. Shakespeare! 10. Και τώρα ας επιχειρήσουμε έναν τελικό ορισμό του «μεταφράζειν». Η μετάφραση είναι μια τεχνική του λόγου κατά την οποία επιχειρούμε να αποδώσουμε, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας της γλώσσας Α θα απέδιδε στη γλώσσα Β, το πρωτότυπο κείμενό του, επιτρέποντας στον εαυτό του τις αυξομειώσεις που καθιστούν το κείμενο εξίσου αναγνώσιμο (και αισθητικά απολαυστικό)  στη γλώσσα Β όπως και στη γλώσσα Α. Ορισμός που σου παρέχει την πολυτέλεια να είσαι υποχρεωμένος να σέβεσαι την ελευθερία σου.

Λευκωσία, 15/11/01

Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου τον Νοέμβριο 2001, σε συμπόσιο για την κυπριακή λογοτεχνία μεταφρασμένη στο εξωτερικό.


[1] Ο Γιάννης Η. Ιωάννου στον εναρκτήριο λόγο του ανέφερε τον όρο μεταγλώττιση ο οποίος, ως γνωστόν, είναι καθιερωμένος και αναφέρεται, συνήθως, στην απόδοση μιας αρχαιότερης μορφής μιας γλώσσας σε μια νεότερη, ενώ η καθηγητής Βύρων Ραϊζης χρησιμοποίησε και τον όρο μεταποίηση. Επίσης χρησιμοποιείται ως όρος και η μεταφορά.

Leave a Reply