Αντιδάνεια και αντιδανεισμός

Για τους μεταφραστές της αγγλικής γλώσσας είναι γνωστό ότι ο ιατρικός όρος haemodialysis είναι ελληνικό γλωσσικό δάνειο, αλλά ο αντίστοιχος όρος σήμερα στη ιατρική επιστήμη δεν είναι αιμοδιάλυση (όπως θα περιμέναμε), αλλά αιμοκάθαρση. Αυτή είναι αντιδάνεια λέξη.

Αν επιχειρήσουμε έναν ορισμό των γλωσσικών αντιδανείων, θα έχουμε:

Λεξικό ιδρύματος Τριανταφυλλίδη:

Αντιδάνειο το [andiδánio] O42 : (γλωσσ.) λέξη (ή λεξιλογικό στοιχείο) μιας γλώσσας που πέρασε ως δάνεια σε μία ή περισσότερες άλλες γλώσσες και ύστερα επέστρεψε στην αρχική με αλλαγμένη μορφή ή / και σημασία, π.χ. καναπές, μπράτσο. [λόγ. αντι- + δάνειον]

Λεξικό Μπαμπινιώτη:

Αντιδάνειο (το) {αντιδανείου/-ων} ΓΛΩΣΣ. Το στοιχείο (συνηθ. Λέξη) μιας γλώσσας που, αφού εισαχθεί ως δάνειο σε άλλη γλώσσα και προσαρμοστεί φωνολογικά και μορφολογικά στο σύστημά της, επιστρέφει αλλοιωμένο στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε. Π.χ. καλέμι<τουρκ. Kalem<αραβ. kalam <ελλην. κάλαμος.

Οι δυο προαναφερόμενοι ορισμοί εκφράζουν περίπου την ίδια ουσία και αποτελούνται από δυο σκέλη 1. Η μετάβαση μιας γλωσσικής μονάδας από μια γλώσσα Α σε μια ή περισσότερες άλλες γλώσσες Β (με την αντίστοιχη φωνητικο-μορφολογική προσαρμογή) 2. Η παλιννόστηση της ίδιας λέξης από την γλώσσα Β στην γλώσσα Α (με την αντίστοιχη φωνητικο-μορφολογική προσαρμογή και πάλι).

Θα περιγράφαμε την εξαγωγή και την νόστο των αντιδανείων ως εξής: [Α < Β < Γ], και διαβάζουμε : [η Α προέρχεται από την Β, που προέρχεται από την Γ].

Το φαινόμενο του γλωσσικού αντιδανεισμού είναι γνωστό και αφορά κυρίως ανεπτυγμένες και με μακρά ιστορική διαδρομή γλώσσες, όπως τη δική μας, την ελληνική, (αλλά και τη Γαλλική, τη Γερμανική, την Ιταλική κοκ), η οποία υπήρξε γλωσσικός ταμιευτήρας για πολλές γλώσσες που άντλησαν κυρίως όρους για κάθε γνωστικό αντικείμενο και επιστημονικό πεδίο, μέρος των οποίων μας αντιδάνεισαν στη συνέχεια. Ο αντιδανεισμός, στην ουσία, είναι αλληλουχία δανεισμών που έχουν ως προέλευση και προορισμό την ίδια γλώσσα σε αρχαιότερη και μεταγενέστερη μορφή της.

Ως γλωσσικός όρος, το αντιδάνειο αποδίδεται σε διάφορες γλώσσες ως εξής:

  • ελλ. αντιδάνεια, αποκτηθείσες λέξεις με τη μορφή αντιδανεισμού.
  • γαλλ. emprunts aller-retour.
  • αγγλ. repatriated loans.
  • γερμ. Rückwanderer, wandernde Wörter.
  • ιταλ. prestiti restituiti.
  • αλβαν. kundërhuazime

Προϋποθέσεις αντιδανείων στην Νέα Ελληνική γλώσσα: 1. Ο αρχικός και ο καταληκτικός τύπος να ανήκουν στην ίδια γλώσσα, αντιπροσωπεύοντας αρχαιότερη και μεταγενέστερη μορφή της, 2. Ανυπαρξία νεολογισμού σε ενδιάμεσο στάδιο της εξέλιξης της γλώσσας. Επομένως, αποκλείονται οι νεολογισμοί από την εξέταση των αντιδανείων. Συγκεκριμένα δεν θεωρούνται αντιδάνεια τα μεταφραστικά δάνεια [loan translation /structure loan /calque].  Μεταφραστικό δάνειο είναι η λέξη η οποία δεν εισέρχεται σε μια γλώσσα ως μορφολογικό-φωνητική ενότητα αλλά μεταφράζεται σε αυτή με τη χρησιμοποίηση ήδη υπαρκτών γλωσσικών στοιχείων (θέμα-πρόσφυμα–παραγωγικές καταλήξεις) της γλώσσας που τη δέχεται. π.χ. ουρανοξύστης από το αγγλικά skyscraper, διαδίκτυο από τα αγγλικά internet, εφόσον η λέξη δεν προϋπήρχε στην ελληνική, δεν θεωρούνται αντιδάνεια.

Υπάρχουν αντιδάνεια που εισήχθησαν μέσω της Λατινικής, της Ιταλικής, της Γαλλικής, της Αγγλικής, της Τουρκικής αλλά και άλλων γλωσσών. Ως γνωστό, ρόλο καθοριστικό έπαιξε η Λατινική, μέσω της οποίας μπήκαν στην Ελληνική αντιδάνειες λέξεις (στη Μεσαιωνική και νέα Ελληνική)

Μέσω της Λατινικής, λέξεις ελληνικής καταγωγής πέρασαν στην Ιταλική, στη Γαλλική, στην Αγγλική, από τις οποίες επέστρεψαν στην Ελληνική. Μεγάλος αριθμός αντιδανείων εισήλθε στη νέα Ελληνική μέσω της Τουρκικής, λόγω της μακρόχρονης συμβίωσης των δυο γλωσσών κατά την τουρκοκρατία. Όπως όλες οι βαλκανικές γλώσσες, η Νέα Ελληνική γλώσσα επέδειξε ανθεκτικότητα, δεν αφομοιώθηκε και ούτε έσβησε όπως πολλές άλλες ιστορικές γλώσσες. Πρέπει να επισημάνουμε ότι οι πλειοψηφία των αντιδάνειων λέξεων που εισήλθαν από την Τουρκική υπέστησαν μόνον μορφολογικές μεταβολές, ενώ τα περισσότερα αντιδάνεια που μπήκαν από την Ιταλική μεταβλήθηκαν τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς τη σημασία τους.

Μερικά παραδείγματα αντιδάνειων λέξεων:

  • Αμπανόζι (το) (= μαύρο σκληρό ξύλο για έπιπλα) < τουρκ. abanoz < αραβ. | περσ. abanus | abnus < ελλ. έβενος.
  • Γάμπα (η) (= το μέρος του ποδιού από το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο) < ιταλ. gamba (= μηρός ανθρώπου | τμήμα της κάλτσας και του παντελονιού στο ύψος της κνήμης) < λατ. camba | gamba (= πόδι αλόγου και γενικά τετράποδου) < ελλ. καμπή (δωρικά : καμπά) (= κάμψη | λύγισμα | καμπυλωτό τμήμα | κάμψη ώμων, ισχίων, δακτύλων | άρθρωση).
  • Εγκυκλοπαίδεια (η) < λόγιο εγκυκλοπαιδεία < γαλλ. encyclopedie < νέο λατ. encyclopaedia < ελλ. ελληνιστικών χρόνων εγκύκλιος παιδεία (εν κύκλω παιδεία = σύνολο επιστημονικής εκπαίδευσης).
  • Κλασσικός (ο) (= αρχαίος) < αγγλ. classic < λατ. classicus < ελλ. κλασικός (= επιφανής | πρώτης τάξεως) < κλάσις (τάξις | σειρά).
  • Κόρδα (η) (= πτέρυγα μοναστηριού) < ελλ. μεσαιωνικά κόρδα < λατ. chorda < ελλ. χορδή (δωρικά : χορδά).
  • Λιμάνι (το) < τουρκ. liman < ελλ. βυζαντινά λιμένι | λιμένιν < ελλ. (υποκοριστικό) λιμένιον < ο λιμήν, του λιμένος, τον λιμένα.
  • Μάκινα (και ιδιωματικά μάκενα, η) < ιταλ. macchina | macina < λατ. *macina < machina < αρχαία ελλ. μηχανή (δωρικά : μαχανά).
  • Μπάνιο (το) (= πλύσιμο του σώματος | κολύμβηση, όπως το χρησιμοποιούμε στις συνηθισμένες εκφράσεις πάω να κάνω μπάνιο, τα μπάνια του λαού) < ιταλ. bagno < λατ. banyum < banium < *baneum < *banneum < balneum < balineum < ελλ. βαλανείον (= είναι χώρος ομαδικών λουτρών, με πολλά καθίσματα, που προεξέχουν από το πάτωμα ως βάλανοι).
  • Μπουτίκ (η) (= μικρό κατάστημα ειδών πολυτελείας) < γαλλ. boutique < περιοχή Προβηγκίας botica < ιταλ. bottega < λατ. apotheca –ae < ελλ. αποθήκη.
  • Σενάριο (το) < αγγλ. scenario < λατ. scenarium < scena | scaena < ελλ. σκηνή.
  • Τεφτέρι (το) (= σημειωματάριο | τετράδιο λογαριασμών) < τουρκ. defter < αραβ. | περσ. diftar < ελλ. διφθέρα (= δέρμα επεξεργασμένο και από τις δυο πλευρές, επάνω στις οποίες γράφουμε) < {δις + φθείρω}.
  • Φανταστικός (ο) (= εξαιρετικός | εντυπωσιακός) < αγγλ. fantastic < ελλ. φανταστικός. (= αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φαντασία | ανύπαρκτος | πλασματικός)

Σχετική βιβλιογραφία

  • Αναστασιάδη- Συμεωνίδη Α. 1985: ‘Πώς ορίζεται ο όρος αντιδάνειο;’ Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 6ης Συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 22-24 Απριλίου 1985. Θεσσαλονίκη: Εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, 261-268.
  • Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Α. 1986: Η Νεολογία στην Κοινή Νεοελληνική. Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Παράρτ. αρ. 65, Θεσσαλονίκη.
  • Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Α. 1994: Νεολογικός Δανεισμός της Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη.
  • Αpostolou-Panara A.-M. 1991: ‘English Loanwords in Modern Greek: An Overview’, Terminologie et Traduction 1, Λουξεμβούργο, 45-48.
  • Αpostolou-Panara A.-M. 1997: ‘Language Change in Modern Greek. The Morphological Integration of English Loanwords’, Parousia 40, Athens, 1-211.
  • Βασμανόλη Ε. 2001: Οι αντιδάνειες λέξεις στη Ν.Ελληνική, Αθήνα (Διδακτορική Διατριβή).
  • Μαγουλάς Γ. 1969-1970: ‘Ετυμολογικά’, Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 20, 325-350.
  • Μπαμπινιώτης Γ. 1998: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  • Πετρούνιας Ε. 1984/1993: Νεοελληνική Γραμματική και Συγκριτική Ανάλυση, Μέρος Α’ : Θεωρία, Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
  • Πετρούνιας Ε. 1985: ‘Τα ετυμολογικά λεξικά της Ν.Ελληνικής και οι ετυμολογίες του λεξικού του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη’. Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 3ης ετήσιας συνάντησης του Τμήματος Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 26-28 Απριλίου 1982. Υπηρεσία δημοσιευμάτων Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 307-416.

Βρήκα, ωστόσο, πολύ ενδιαφέρον το άρθρο του κυρίου Μπαμπινιώτη το οποίο και παραθέτω…

Λεξιλογικοί «Νόστοι»

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ | Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009
Διαβάστε περισσότερα:

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artid=288245&dt=13/09/2009#ixzz13jHUcKbt.

Ο «νόστος», η επιστροφή στην πατρίδα (από το ρήμα νέομαι «επιστρέφω»), δεν χαρακτήρισε μόνο «τη γλυκιά προσμονή τής επιστροφής στην πατρίδα» που κατέληξε στο νόστιμος, αλλά έδωσε και «τον ψυχικό πόνο που γεννάει αυτή η προσμονή», τη νοσταλγία. Και ήταν μάλιστα οι Γάλλοι που κατέφυγαν στις ελληνικές λεξιλογικές πηγές, πλάσσοντας πρώτοι αυτοί το άλγος τού νόστου, το nostalgie. Ετσι, από άλλο δρόμο, η λέξη επέστρεψε στη «λεξιλογική πατρίδα» της.

Η επιστροφή μιας λέξης ως δανείου στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε χαρακτηρίζεται ως αντι-δάνειο, ως επιστροφή δανείου, ως επιστροφή μιας λέξης στη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε. Από τις πιο αποκαλυπτικές διαδικασίες λειτουργίας τής γλώσσας στο πεδίο συνάντησης των λαών και των πολιτισμών είναι τα αντιδάνεια. Συνιστούν μαρτυρίες τής περιπέτειας στη ζωή των λέξεων και μαζί παραδείγματα τού πόσο αυτά τα κατεξοχήν πνευματικά δημιουργήματα, που είναι οι λέξεις, εξελίσσονται εννοιολογικά περνώντας από γλώσσα σε γλώσσα, από λαό σε λαό, για να ξαναγυρίσουν συχνά στον τόπο καταγωγής τους πραγματοποιώντας έτσι τον «λεξιλογικό νόστο» τους.

Ποιος περίμενε λ.χ. ότι η σχολαστικότατη έννοια που δηλώνει η αρχαία ελληνική λέξη γραμματική θα επέστρεφε μετά από αιώνες στη σημερινή ελληνική γλώσσα ως γκλάμουρ! Με συνήθη γέφυρα τη λατινική γλώσσα η λέξη πέρασε από τα Ελληνικά στα παλαιά Γαλλικά κι από κει στην παλαιά Αγγλική, όπου η αρχική σημασία «γραμματική», ως γνώση των ολίγων μορφωμένων, πήρε τον χαρακτήρα «τής απόκρυφης γνώσης» και, κατ΄ επέκταση, «τής μαγείας», για να εξελιχθεί μέσω τής Σκωτικής (glammar) στη σημασία «μαγική ομορφιά» (19ος αι.) και κατόπιν- με τη μορφή glamour- σε «γοητεία, αίγλη» με την οποία και επανήλθε στην Ελληνική.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα εξέλιξη είχε η αρχαία ελληνική λέξη ποινή. Μέσω πάλι τής Λατινικής και τής παλαιάς Νορμανδικής, το ελληνικό ποινή κατέληξε στο αγγλ. penalty, για να επιστρέψει (ως αντιδάνειο) στην Ελληνική ως πέναλτι, όρος στο ποδόσφαιρο!

Δεν «θα ΄κοβε το κεφάλι του» κανείς ότι το ιταλικότατο πιάτσα δεν μπορεί να έχει σχέση με Ελληνικά; Ε, λοιπόν, το πιάτσα ξεκίνησε από το (ήδη αρχαίο) ελληνικό πλατεία (ενν. οδός ), θηλ. τού επιθέτου πλατύς, μέσω τού λατιν. platea («φαρδύς δρόμος» μέσα στην πόλη), πέρασε στην Ιταλική ως piazza (αρχικά plaza), απ΄ όπου ήδη στα μεσαιωνικά χρόνια επέστρεψε στην Ελληνική ως πιάτσα.Η έκπληξη κορυφώνεται στην προέλευση τής λ. γόνδολα. Μεταφράζω τι γράφεται σχετικά στο εγκυρότερο λεξικό τής Αγγλικής, στο Random Ηouse Webster΄s College Dictionary, λήμμα gondola: «[εισήλθε στην Αγγλική το] 1540-50 από την Ιταλική, που πάει πίσω στα Βενετσιάνικα, πιθανόν από μεσαιωνικό ελληνικό κοντούρα «μικρό ακτοπλοϊκό σκάφος», θηλ. τού επιθ. κόντουρος «κοντός, κυριολ. σκάφος με ουρά» από το όψιμο ελληνικό κοντός + ελλ. -ουρος από το ελλην. ουρά ». Σκάφος, λοιπόν, με κοντή ουρά η ιταλ. gondola (γόνδολα) ξαναγύρισε στην Ελληνική ως γόνδολα!

Κι επειδή δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς το γαλλικότατο πλαζ (γαλλ. plage), ας παρακολουθήσουμε την ετυμολογία τής λέξης. Ηλθε από το γαλλ. plage, δάνειο από ιταλ. piaggia «πλαγιά-ακρογιαλιά», που προήλθε από μεσαιωνικό λατινικό plagia «επικλινές έδαφος», το οποίο ανάγεται στο αρχ. ελλην. πλάγια (τα), «πλευρές» (κυρίως στρατιωτικός όρος), ουδ. τού επιθ. πλάγιος.

Και βέβαια δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς τουρισμό και τουρ (ομόρριζα τα τουρνέ και τουρνουά ). Αλλά πόσο γνωστό είναι στους μη ειδικούς ότι όλες αυτές οι γαλλικές λέξεις (tour, tourisme, tourn e, tournoi) που πέρασαν στην Ελληνική (στην Αγγλική και σε άλλες γλώσσες) είναι προϊόν δανεισμού από την ελλην. λέξη τόρνος. Αυτή η αρχαία ελλην. λέξη, μέσω πάλι τής Λατινικής (tornus και ρ. tornare «γυρίζω τον τροχό, τον τόρνο»), έδωσε το γαλλ. tourner «περιστρέφω, γυρίζω» απ΄ όπου το tour. Ετσι ο τόρνος επέστρεψε στην Ελληνική ως τουρ.

Ο κατάλογος τέτοιων λέξεων (αντιδανείων) είναι μακρός και ο σχολιασμός θα έπαιρνε πολλές σελίδες. Εδώ θα δώσω μερικές νύξεις μόνο. Θα αναφέρω ότι το γάμπα και το ζαμπόν ξεκίνησαν από το ελλην. καμπή! Το γαρύφαλλο από το καρυόφυλλο, ο τζίρος από το γύρος, το μασίφ από το μάζα , το κάλμα από το καύμα, ο καναπές από το κωνώπιον ( κώνωψ ), το κανόνι από το κάννη, το καντίνα από το κανθός, το κορδόνι από το χορδή, το κουπόνι από το κόλαφος ( κόλαφος – όψιμο λατ. colaphus- παλ. γαλλ. colp coup ), το κρετίνος από το Χριστιανός , τα λαζάνια από το αρχ. λάσανον («τρίποδας ως βάση αγγείων και δοχείων»), το λατέρνα από το λαμπτήρ , η μάντολα από το αμύγδαλο, η μαρμελάδα από το μελίμηλο, το μπαρούτι από το πυρίτις, τα μπόρα και μπουρίνι από το βορράς, τα μπαλλέτομπάλλος από το αρχ. βαλλίζω, το μπουάτ από το πυξίς («κουτί»), το μπουτίκ από το αποθήκη, ο συνδικαλισμός από το σύνδικος, το ταξί από το ταξίμετρο, το σενάριο από το σκηνή, η πόζα από το παύσις κ.λπ. Αυτά είναι μερικά ενδεικτικά μόνο παραδείγματα.

Επειδή υπάρχει κίνδυνος να σκεφθεί κανείς πως πρόκειται για «φτειαχτές ετυμολογίες» (παρετυμολογίες) κατά το πρότυπο τού Ελληνα πατέρα τής Βαρδάλου στο «Γάμος α λα Ελληνικά»!…-, σπεύδω να διασαφήσω ότι τα παραδείγματα προέρχονται από τον χώρο τής επιστημονικής ετυμολογίας και βρίσκονται σε όλα τα αξιόπιστα ετυμολογικά λεξικά ή ερμηνευτικά λεξικά με ετυμολογία. Για όσες λέξεις έχουν σχέση με την Αγγλική μια πρόχειρη ματιά στο Λεξικό που ανέφερα (Random Ηouse- Webster) ή άλλα συναφή Λεξικά θα πείσει τον αναγνώστη περί τής αληθείας των λεγομένων.

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artid=288245&dt=13/09/2009#ixzz13jHP89lD

Leave a Reply

Skip to toolbar