Αξιότιμοι συνάδελφοι, φίλοι και λάτρες της ιστορίας, που βρίσκεστε σήμερα εδώ στην παρουσίαση του βιβλίου «Έλληνες πρόσφυγες στην Αλβανία (1945-1991)» του συγγραφέα Σταύρου Ντάγιου.

Έχω την ευχαρίστηση να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις και απόψεις ως ιστορικός αυτής της περιόδου, εξοικειωμένος με την περίοδο υπό εξέταση, αλλά όχι τόσο με το θέμα αυτού του βιβλίου, το οποίο θεωρώ, αναμφίβολα, μοναδικό. Η υποχρέωσή μου να βρεθώ σήμερα εδώ, σ’ αυτή την εκδήλωση είναι διττή, όχι μόνο ως συνάδελφος, αλλά και ως παλαιός φίλος του Σταύρου στο οικοτροφείο του Λυκείου Αργυρόκαστρου αλλά και στη συνέχεια ως συμφοιτητής στις Πανεπιστημιακές μας Σπουδές στα Τίρανα.

Δεν έχω κανέναν δισταγμό να δηλώσω ότι το βιβλίο για τους Έλληνες πρόσφυγες στην Αλβανία σηματοδοτεί ένα επίτευγμα στην καριέρα του συγγραφέα, όχι μόνο για το πολύ ενδιαφέρον θέμα που πραγματεύεται, αλλά ειδικά για τον τρόπο γραφής του, την ωριμότητα και τον επαγγελματισμό που αναδεικνύει. Ο Διδάκτωρ ιστορίας Σταύρος Ντάγιος είναι γνωστός στην αλβανική μεταναστευτική κοινότητα στη Θεσσαλονίκη αλλά ευρύτερα στην Αλβανία ως συμμετέχων και υποστηρικτής διάφορων δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα εκείνων της λογοτεχνίας και της τέχνης των δύο χωρών Αλβανίας και Ελλάδας. Ωσαύτως, είναι επίσης γνωστός από το αλβανικό κοινό για τη μετάφραση μερικών από τα αριστουργήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, όπου η αλβανική του γλώσσα είναι καθαρή, πλούσια και ευπρεπή.

Ο συγγραφέας έδειξε, όχι μόνο με αυτό το βιβλίο, αλλά και με τις προηγούμενες εκδόσεις του, ότι γνωρίζει πολύ καλά την περίοδο με την οποία ασχολείται, ότι διαθέτει τη σωστή σπουδή για να ασχοληθεί με τέτοια θέματα, αλλά και την ανθρώπινη διάσταση και το ταλέντο ώστε να είναι αντικειμενικός και αμερόληπτος. Ο συγγραφέας γνωρίζει τις πραγματικότητες και των δύο χωρών, της Αλβανίας και της Ελλάδας, και προσπάθησε την εμπειρία του να τη θέσει στην υπηρεσία της μελέτης και της επιστήμης. Η ιστορία είναι μία σχετική επιστήμη που ασχολείται με το παρελθόν και η συγγραφή της δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά όταν ασχολούμαστε με τόσο καυτά θέματα που άπτονται τις αλβανό-ελληνικές σχέσεις. Θέλω, ωστόσο, να τονίσω ότι η πρέπουσα αποτύπωση αυτής, είναι τόσο επαγγελματική όσο και ανθρώπινη υποχρέωση, αφού η ιστορία εξυπηρετεί τους ζώντες και όχι τους τεθνεώτες. Η ιστορία μπορεί να τροφοδοτήσει εθνικιστικά συναισθήματα, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμεύσει για να γεφυρώσει την επικοινωνία μεταξύ των δύο λαών, ασφαλώς χωρίς να διαστρέψει την ιστορική αλήθεια. Ευτυχώς σήμερα, δεν λείπουν τα θετικά πρότυπα. Σπανίως θα συναντήσεις Αλβανούς ή Έλληνες ιστορικούς που να έχουν χρησιμοποιήσει τόσο ευρέως τα αρχειακά διαθέσιμα και την ιστοριογραφία των δύο χωρών. Φυσικά, αυτό πιστώνεται, κατά κύριο λόγο, στις αξίες του συγγραφέα, ο οποίος είναι πολύ καλός γνώστης και των δύο γλωσσών, αλλά και των ευκαιριών που δημιουργούνται σήμερα με τον αποχαρακτηρισμό των αρχείων του Ψυχρού Πολέμου. Εγώ δηλώνω χωρίς ενδοιασμούς ότι τα αρχεία της Αλβανίας είναι ανοιχτά σήμερα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θεωρούνται ευαίσθητα ή πολύ ευαίσθητα, όπως το Αρχείο του Υπουργείου Εσωτερικών, με φακέλους όπως εκείνους της Κρατικής Ασφάλειας (Sigurimi) ή του Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών. Αλλά ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου έχει επίσης χρησιμοποιήσει τις βιβλιογραφικές πηγές και των Ισχυρών, τα αμερικανικά, βρετανικά και ρωσικά αρχεία.  Οι ιστορικοί γνωρίζουν πολύ καλά την αξία των αρχείων για τη συγγραφή των βιβλίων αυτού του είδους, όπου η αλήθεια “κοιμάται” μέσα τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, παρά την απομνημονευτική αφήγηση εκείνων που έζησαν εκείνη την εποχή, η οποία δεν λείπει ούτε από αυτό το βιβλίο. Ένα σημαντικό μέρος της «σοφίας» μας ως ιστορικών πηγάζει από τη σοφία εκείνων που έχουν γράψει πριν από εμάς. Δικαίως, ο γνωστός Αμερικανός ιστορικός του Ψυχρού Πολέμου John Lewis Gaddis είπε ότι “κάθε ιστορικός βρίσκεται στους ώμους ενός άλλου ιστορικού”.

Το βιβλίο είναι καλά δομημένο, συνδυάζοντας τη χρονολογία με το θέμα. Επεκτείνεται σε ολόκληρη την περίοδο η οποία σχεδόν συμπίπτει με εκείνη του Ψυχρού Πολέμου. Το πρώτο μέρος αφορά τις σχέσεις του ΚΚΕ (ΚουΚουΕ) με το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας, τις καλές και κακές στιγμές που πέρασαν και τις συνέπειές τους για τους Έλληνες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Αλβανία. Ο συγγραφέας εξηγεί τους λόγους για την εκκένωση της Αλβανίας από του «Έλληνες δημοκράτες» πρόσφυγες, όπως αποκαλούντο τότε στην Αλβανία, λόγω των κινδύνων που διέτρεχε η εδαφική της ακεραιότητα. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο κομμουνιστικών κομμάτων δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένες με το θέμα που απασχολεί το συγγραφέα. Τα αλβανικά αρχεία έχουν πολλά αρχειακά διαθέσιμα σχετικά με αυτό το ενδιαφέρον θέμα, οι διαφωνίες με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος μεταφέρθηκαν επίσης και στον Στάλιν. Ίσως στο μέλλον η προσέγγιση αυτού του θέματος αξίζει μια ειδικότερη προσέγγιση.

Τα διαδοχικά κεφάλαια είναι αφιερωμένα στους Έλληνες πρόσφυγες που παρέμειναν στην Αλβανία, τη ζωή τους σε στρατόπεδα, τη συμπεριφορά των αλβανικών αρχών, τις προσπάθειές των αρχών να στρατολογήσουν ένα μέρος από τους πρόσφυγες και τις σοβαρές συνέπειες εκείνων που αρνήθηκαν να τεθούν στην υπηρεσία των αλβανικών αρχών. Ο συγγραφέας όχι μόνο αποδεικνύει, αλλά και αναλύει τις συνέπειες της πολιτικής αυτής πάνω σε αυτές τις ομάδες και στα άτομα που αρνήθηκαν να προσφέρουν υπηρεσίες, επισημαίνοντας τη δύσκολη ζωή, τις διώξεις, την κατασκοπευτική τους παρακολούθηση από την Κρατική Ασφάλεια, αλλά και από τις μυστικές υπηρεσίες της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως συνέβη και με τους «Ελληνες δημοκράτες», συνέβη και με τους Γιουγκοσλάβους πολιτικούς πρόσφυγες που κατήλθαν στην Αλβανία μετά την κατάρρευση των διμερών σχέσεων. Οι συνέπειες της αυθαίρετης συμπεριφοράς των αλβανικών αρχών συχνά επηρέασαν αμφότερες τις πλευρές, τόσο τους Έλληνες πρόσφυγες που έφερε στην Αλβανία ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας, τους αποκαλούμενους «μονάρχοφασίστες», όσο και τους «δημοκράτες», τους αντιπάλους τους δηλαδή που δεν επιδείκνυαν ευπείθεια στις εντολές των αλβανικών αρχών. Οι μοίρες των πρώην πολιτικών αντιπάλων σε μερικές περιπτώσεις διασταυρώθηκαν με την αλβανική πραγματικότητα. Οι κακές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών αντικατοπτρίστηκαν και στους Έλληνες πρόσφυγες στην Αλβανία. Όμως, σε αντιδιαστολή με τη συμπεριφορά των επίσημων αρχών, ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη διαφορετική συμπεριφορά των απλών Αλβανών και τον ουμανισμό τους οι οποίοι μοιράστηκαν και τη μπουκιά με τους Έλληνες πρόσφυγες. Το βιβλίο συνιστά ένα φυσικό μίγμα από τη δύσκολη ζωή των προσφύγων, τις πιέσεις και τους περιορισμούς που τους επιβλήθηκαν και τον ηθικό και βιολογικό εξαναγκασμό που υπέστησαν κατά τη στρατολόγηση, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να δραπετεύσουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τη σωματική και ψυχολογικό οδύνη και την έλλειψη διατροφής. Οι μεταβολές που σημειώθηκαν στη Σοβιετική Ένωση μετά το θάνατο του Στάλιν και η “μικρή εκεχειρία” που προσωρινά επήλθε είχαν αντίκτυπο και στις αλβανό-ελληνικές σχέσεις, οι οποίες σημείωσαν ύφεση. Κατά την περίοδο αυτή, σημειώθηκαν οι περισσότεροι επαναπατρισμοί Ελλήνων προσφύγων από την Αλβανία. Αλλά ο επαναπατρισμός τους δεν είχε την ίδια εξέλιξη για όλες τις κατηγορίες των προσφύγων. Αρχικά επαναπατρίστηκαν οι «αιχμάλωτοι πολέμου» που είχαν φέρει στην Αλβανία οι αντάρτες του ΔΣΕ, και η κατηγορία των κτηνοτρόφων εν συνεχεία, ενώ η πρώτη κατηγορία που ανήκε στους “Έλληνες δημοκράτες” φάνηκε να απορρίπτεται από το ελληνικό κράτος για λόγους που ίσως άπτονται στις διαφωνίες των δύο χωρών την περίοδο 1945- 1949, οι συνέπειες των οποίων φαίνεται ότι δεν είχαν ακόμα υπερκεραστεί.

Ο συγγραφέας έχει αποδείξει ότι είναι καλός γνώστης των διεθνών συνθηκών και της πολιτικής των Ισχυρών στα Βαλκάνια. Οι ελληνοαλβανικές διαφορές ανάγονται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Η Αλβανία και η Ελλάδα ήταν μικροί παίκτες στη σκακιέρα του Ψυχρού Πολέμου. Οι προστριβές μεταξύ των δύο χωρών έλαβαν χώρα μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το οποίο αξίζει να εξονυχιστεί περαιτέρω και να μελετηθεί καλύτερα από τους ιστορικούς. Η επίδραση των Ισχυρών στις ελληνοαλβανικές σχέσεις λειτουργούσε άλλοτε ανασταλτικά και άλλοτε τονωτικά.

Το βιβλίο για τους Έλληνες πρόσφυγες στην Αλβανία του συναδέλφου και φίλου Σταύρου Ντάγιου, έκδοση του εκδοτικού οίκου “Literatus”, ελπίζω και πιστεύω ότι θα είναι γίνει δεκτό με ευμένεια από τον αναγνώστη. Και αυτό οφείλεται στη μοναδικότητα της θεματικής του, στην άπταιστη και σαφή γλώσσα, καθώς και στην ακαδημαϊκή του διάσταση. Εγώ πιστεύω ότι θα υπηρετήσει όχι μόνο ακαδημαϊκούς και πανεπιστημιακούς κύκλους, αλλά κυρίως τους απλούς αναγνώστες, αυτούς που αγαπούν την ιστορία.

Με την πεποίθηση ότι ο Σταύρος έχει γράψει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και επαγγελματικό βιβλίο, του εύχομαι περαιτέρω επιτυχία.

Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλλονίκη 21-02-2018

Leave a Reply

Skip to toolbar