Στις 12 Ιουνίου 1945 διά του Ριζοσπάστη -δημοσιογραφικού οργάνου του ΚΚΕ- ο κόσμος της αριστεράς πληροφορείτο εμβρόντητος και μουδιασμένος ότι το ΚΚΕ «κατήγγειλε ανοικτά» και αποκήρυττε οριστικά τον Άρη Βελουχιώτη, αποκαλώντας τον υπηρέτη της αντίδρασης. Και επειδή η ιστορία έχει πάντα μία δόση ειρωνείας και διαβρωτικού σαρκασμού, η ανακοίνωση περιβαλλόταν από ένα απάνθισμα απαξιωτικών κοσμητικών επιθέτων: όριζε τον Βελουχιώτη ως ύποπτο, δηλωσία, μιζέρια, τυχοδιώκτη, αντιδραστικό και εγκληματία, ο οποίος «στον καιρό της δικτατορίας του Μεταξά είχε πιαστεί και είχε κάνει δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης του ΚΚΕ». Δεν θα μάθουμε ποτέ αν η απόφαση της κομματικής ηγεσίας είχε σκοπό να ορθοφρονήσει τον άτακτο και ανυπάκουο Άρη Βελουχιώτη ή να τον «ξεφορτωθεί» άπαξ διά παντός, διότι η καταδίκη ήταν ένα ακόμη επίβουλο επινόημα και προσωπικός σχεδιασμός του μυστικοπαθούς Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος κομιστής της ανακοίνωσης στο Ριζοσπάστη. Ο Άρης Βελουχιώτης πληροφορήθηκε για την καταδικαστική απόφαση 2-3 μέρες μετά, ενώ πραγματοποιούσε ατάραχος τις ματαιόδοξες και στείρες εξορμήσεις του για την έναρξη νέας ανατρεπτικής στασίασης κατά παράβαση της κομματικής ορθοδοξίας. Στο άκουσμα της απόφασης, ο Βελουχιώτης «αυτοκτόνησε» υπό ύποπτες συνθήκες την 15η Ιουνίου 1945 -πιθανόν να είναι και η μέρα της πληροφόρησής του για την απόφαση της ΚΕ. Ο Ριζοσπάστης ανακοίνωνε τον θάνατό του με ένα δωρικό σημείωμα ογδόντα λέξεων: «Ο Άρης αυτοκτόνησε, αφού τραυματίσθηκε σε συμπλοκή με Άγγλους, εθνοφύλακες και μοναρχικούς ληστοσυμμορίτες…». (Ριζοσπάστης, 19 Ιουνίου 1945, σ. 2).

Ενώ, στην πρώτη σελίδα του ίδιου φύλλου, προς εξιλέωση της μορφής του, αλλά και του κύρους του κόμματος η εφημερίδα προέβη σε μία εμφανώς αντιφατική αλλά και πάλι φειδωλή τοποθέτηση για την «υπόθεση Βελουχιώτη», ότι: «Ο πραγματικά τραγικός θάνατος του Άρη Βελουχιώτη προκαλεί θλίψη ανάμεσα στους πραγματικούς πατριώτες και αγωνιστές της εθνικής ιδέας. Ανεξάρτητα από τη θέση που πήρε μετά τη Βάρκιζα, θέση που εξυπηρετούσε την αντίδραση, ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του αγώνα της αντίστασης».

Ήταν ένα ακόμα οξύμωρο σχήμα στις περίεργες πολιτικές εφαρμογές του ΚΚΕ η διαδρομή του οποίου, πέραν των αδιαφιλονίκητων και μαχητικών αξιών και των αποδεδειγμένα αγωνιστικών διαπιστευτηρίων στους πολέμους κατά των ξένων κατακτητών και τις επάλξεις για κοινωνικά δικαιώματα, ο πολιτικός του βίος βρίθει ιδιοσυγκρασιακών και σιβυλλικών παραδοξοτήτων.

Αυτή ήταν η θέση του ΚΚΕ για τον Άρη Βελουχιώτη τη στιγμή της αυτοκτονίας του, η οποία μετεβλήθη πολλές φορές, έως την οριστική πολιτική και κομματική του αποκατάσταση διά της αποφάσεως της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης την 16η Ιουλίου 2011 και επτά χρόνια μετά, την 23η Ιουνίου 2018.

Στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της 16ης Ιουλίου 2011 το ΚΚΕ αποκατέστησε επίσης και τον Νίκο Ζαχαριάδη, ύστερα από πολλά χρόνια δυσμένειας, ακυρώνοντας τις ληφθείσες αποφάσεις των ολομελειών του 1956-1957 και τα πορίσματα του 1964-1965, επιχειρώντας να συνδυάσει και να ισοσταθμίσει αντιφατικές αντιδράσεις και πολιτικές συμπεριφορές. Όμως, όπως όλες οι αποκαταστάσεις έτσι κι αυτές δεν έλυσαν τα μυστήρια και τις εικασίες πολλών δεκαετιών. Η πλειοψηφία τις αντιμετώπισε με ολύμπια αδιαφορία και τις έκρινε σιωπηρώς ως πράξεις νομοτέλειας και όχι ουσίας, καθώς δεν αποτελούσαν κοινωνική συνθήκη για την ευρύτερη κοινότητα των μελών του.

Ποια είναι, όμως, η ιστορική αλήθεια; Το πρόσφατο αναθεωρητικό Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2018) κομίζει -ελάχιστα δυστυχώς- καινούρια στοιχεία από τα οποία ξεχωρίζει η επιστολή του ίδιου του Άρη Βελουχιώτη προς τον προσωπικό του φίλο και συναγωνιστή Νίκο Ζαχαριάδη με τις δραματικές εκκλήσεις να τον καλέσει σε ακρόαση και μετά να αποφασίσει για την τύχη του, όπως και ένα σημείωμα του Κώστα Κολιγιάννη, ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ και Α’ Γραμματέα από το 1956 έως το 1972, ο οποίος συναινούσε με τη μετοίκηση του Βελουχιώτη στην Αλβανία.

Ο ιστορικός ερευνητής, ευτυχώς, έχει στη διάθεσή του πια αδιάψευστα στοιχεία από αρχειακές διαθέσιμες συλλογές των ανατολικών χωρών, οι οποίες βοηθούν στην ανασύσταση της ιστορικής αλήθειας και στην εξάλειψη των παγιωμένων υποκειμενικών και μεροληπτικών στερεοτύπων και αναληθειών που κατίσχυσαν αβάσιμα και πολλές φορές καταχρηστικά.

Μια τέτοια περίπτωση αποτελούν και τα αρχειακά διαθέσιμα της Αλβανίας, με την οποία η αγωνιστική και πολιτική δράση του Άρη Βελουχιώτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη. Μέχρι σήμερα η ιστορική βιβλιογραφία αναφερόταν υποθετικά σ΄ αυτά.

Ο Άρης Βελουχιώτης -αγωνιστικό ψευδώνυμο του γεωπόνου Θανάση Κλάρα- ήταν γόνος εύπορης οικογένειας από τη Λαμία, ο οποίος απαρνήθηκε την κοινωνική του τάξη και αποστάτησε. Μορφωμένος, δεινός ρήτορας, στην πρώτη φάση οιστρηλατούσε τον λαό της υπαίθρου με τις άλλοτε ήρεμες και άλλοτε θυελλώδεις ομιλίες του, στις οποίες ποτέ δεν ξεχνούσε να επισημάνει με παροιμιώδη ευθύτητα ότι «μοναδικός μας στόχος είναι να βοηθήσουμε το λαό να ζήσει καλύτερα!» Το 1929 βρέθηκε στις φυλακές κρατούμενος ως ύποπτος για τη δολοφονία του αρχειομαρξιστή Ηλία Γεωργακόπουλου, που είχε δολοφονηθεί σε φονική συμπλοκή στα γραφεία του Ριζοσπάστη τον Δεκέμβριο του 1927. Προς το τέλος του 1928 ο Βελουχιώτης προωθήθηκε ο ίδιος ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας. Ως συγκρατούμενος με τον Ζαχαριάδη, ο Βελουχιώτης τον βοήθησε να δραπετεύσει και έκτοτε, ο «αμετροεπής» Νίκος Ζαχαριάδης και ο «συγκρουσιακός και αμφιλεγόμενος» Άρης Βελουχιώτης συνδέθηκαν με στενή αγωνιστική φιλία, η οποία έληξε άδοξα και προδομένη.

Λόγω της θρυλικής μαχητικής του ιδιοσυγκρασίας ο Βελουχιώτης προήχθη σε ηγετική μορφή του ΕΛΑΣ, τον Μάρτιο 1943, μαζί με τον καστοριανό Ανδρέα Τζήμα (Βασίλη Σαμαρινιώτη) και τον τραχύ Στέφανο Σαράφη, ο οποίος λειτουργούσε ενίοτε ως υπάκουος υπασπιστής του· αμφότεροι, κατά ειρωνεία της τύχης, είχαν τραγικό τέλος: Ο μεν Τζήμας κατέληξε στις φυλακές της Ουγγαρίας κατηγορούμενος από τον Ζαχαριάδη ως «τιτοϊκός πράκτορας» και πέθανε αγνοημένος στην Τσεχοσλοβακία (1972), ο δε Σαράφης σκοτώθηκε σε περίεργο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Άλιμο τον Μάιο 1957. Η αριστερά δεν συμβιβάστηκε ποτέ με το ενδεχόμενο του τροχαίου· το όρισε ως «στοχευμένη δολοφονία», αφού το αμάξι που προκάλεσε τον θανάσιμο τραυματισμό άνηκε στην αμερικανική στρατιωτική αποστολή, οδηγούμενο από κάποιον Μάριο Μουζάλι.

Οι φονικές δεκεμβριανές συγκρούσεις του 1944 εξυπηρετούσαν τη λογική της ένοπλης δράσης για την κατάληψη της εξουσίας με την ισχύ των όπλων, την οποία είχε υιοθετήσει και πίστευε ακράδαντα ο Βελουχιώτης. Την περίοδο εκείνη οι δυνάμεις του είχαν αναπτυχθεί στις περιοχές της Ηπείρου και πραγματοποιούσαν σαρωτικές επελάσεις κατά των δυνάμεων του Ζέρβα. Συγκεκριμένα, από την 18η ως την 30η Δεκεμβρίου, οι ΕΑΜ-ικές δυνάμεις υπό τον Άρη Βελουχιώτη και τον Στέφανο Σαράφη είχαν εξαρθρώσει και απωθήσει τον ΕΔΕΣ από τη Βορειοδυτική Ελλάδα, αναγκάζοντάς τον να αναδιπλωθεί και υποχωρήσει κακήν κακώς προς την Κέρκυρα, διεκπεραιωμένος από το Βασιλικό Ναυτικό. Αποδεικνύεται πια ότι η ηγεσία του ΚΚΕ/ΕΑΜ σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει αλβανικό έδαφος για να διαπεράσει από τη Μακεδονία προς την Ήπειρο ανταρτικές δυνάμεις και στρατιωτικό υλικό, τόσο για την κλιμάκωση της ανταρσίας στην Ήπειρο γενικότερα όσο και ειδικότερα για τη μεταφορά δυνάμεων προς αρωγή των ένοπλων σωμάτων που διοικούσε ο Βελουχιώτης με τον Σαράφη στην περιοχή.

Αυτό πραγματοποιήθηκε όντως λίγο διάστημα πριν την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την υπογραφή της ανακωχής ανάμεσα στις κυβερνητικοβρετανικές δυνάμεις και τον ΕΛΑΣ (11 Ιανουαρίου 1945) με τη συνωμοτική αποστολή των Βελουχιώτη και Σαράφη στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας, ύστερα από την αιφνίδια μετάβαση του Γιώργου Σιάντο στα Ιωάννινα τον Δεκέμβριο του 1944 και τις οδηγίες που μετέφερε από την ύψιστη ηγεσία του ΚΚΕ για κλιμάκωση των εχθροπραξιών και στην Ήπειρο. Στις 27-28 Δεκεμβρίου 1944 η Κομματική Επιτροπή Αργυρόκαστρου και η Πανηπειρωτική Επιτροπή του ΕΑΜ οργάνωσαν μυστική συνάντηση στην οποία από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν οι Άρης Βελουχιώτης και Στέφανος Σαράφης, για να συζητηθεί η έκρυθμη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα. Βελουχιώτης και Σαράφης ζήτησαν οικονομική βοήθεια από την Κομματική Επιτροπή Αργυρόκαστρου, ιδίως πετρέλαια για τη μετακίνηση των οχημάτων του ΕΛΑΣ και ειδική άδεια να μεταβούν στην Αλβανία και να αναπτύξουν εμπορική δραστηριότητα μέλη του ΕΑΜ, το κέρδος των οποίων θα καρπωνόταν ο ΕΛΑΣ. Οι τοπικές αρχές του Αργυρόκαστρου τούς υποσχέθηκαν βοήθεια με φειδώ, η οποία θα παρήχετο με απόλυτη εχεμύθεια, αλλά τους διεμήνυσαν ότι δεν μπορούσαν να ασκήσουν εμπορική δραστηριότητα στην αλβανική ενδοχώρα. Αξιωματικός της 9ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ ζήτησε να μεταβεί στα Τίρανα προκειμένου να συζητήσει το ενδεχόμενο να επιτρέψουν οι αλβανικές αρχές τη μεταφορά σιτηρών από την ελληνική Μακεδονία προς την Ήπειρο μέσω Κορυτσάς, αλλά οι αλβανικές αρχές απέρριψαν τις προτάσεις των Ελλήνων. Βελουχιώτης και Σαράφης αντέδρασαν οργισμένοι, επισημαίνοντας ότι οι Αλβανοί αρνούνταν να βοηθήσουν τον ιερό αγώνα των Ελλήνων κομμουνιστών κατά του στρατηγού Ζέρβα και της διεθνούς αντίδρασης. Οι απαιτήσεις των Ελλήνων ήταν πιεστικές και η τοπική ηγεσία Αργυρόκαστρου αναγκάστηκε να ζητήσει την άποψη της ύπατης ηγεσίας του κόμματος. Στη συνέχεια, οι τοπικές αρχές Αργυρόκαστρου επέτρεψαν την μετακίνηση ελεγχόμενων οχημάτων από την ελληνική Μακεδονία προς την Ήπειρο, τα οποία μετέφεραν κυρίως τρόφιμα, αλλά και όπλα και πυρομαχικά.

Στις συναντήσεις αυτές οι Αλβανοί συζήτησαν και το ενδεχόμενο επαναπατρισμού των εκτοπισθέντων μουσουλμάνων Τσάμηδων -ο αριθμός των οποίων σύμφωνα με καταστάσεις της UNRRA ανερχόταν σε 15.000- οι οποίοι είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη Θεσπρωτία και να καταφύγουν στη Νότια Αλβανία, διωκόμενοι. Ο Βελουχιώτης διεμήνυσε στους Αλβανούς παράγοντες ότι προς το παρόν δεν ενδεικνυόταν η επιστροφή τους, αλλά στο άμεσο μέλλον και αφού το ΕΑΜ θα ήλεγχε ολοκληρωτικά την περιοχή της Ηπείρου, θα τακτοποιούνταν οριστικά η υπόθεσή τους. Πράγματι, την άνοιξη του 1945 επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς η επιστροφή τους -όχι χωρίς την συγκαταβατική απάθεια του ΕΑΜ της περιοχής- με επακόλουθο να σημειωθούν αιματηρές συμπλοκές με τον τοπικό πληθυσμό και να υπάρξουν μερικές δεκάδες θύματα.

Εν τω μεταξύ, ο καστοριανός εκπρόσωπος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Ζήσης Ζωγράφος, ο οποίος τη δεκαετία του ‘50 μετέβη πολλές φορές στην Αλβανία για τη διεκπεραίωση των Ελλήνων προσφύγων εκεί, συνάντησε τον Άρη Βελουχιώτη στο χωριό Πιτσιωτά της Φθιώτιδας στα μέσα Μαρτίου του 1945 σε μία προσπάθεια να τον μεταπείσει να παύσει οποιαδήποτε ενέργεια ανασύστασης νέων στρατιωτικών ομάδων, υποσχόμενος φύλλο πορείας προς την Αλβανία. Η Αλβανία επιλεγόταν ως χώρα προορισμού τότε, αμέσως μετά την προσωρινή εκεχειρία της Βάρκιζας, καθώς προσφερόταν ως η πλέον ιδανική λύση, διότι θα λειτουργούσε ως αποσυμπιεστής της εκρηκτικής κατάστασης στο κόμμα, και την απαλλαγή του από τους προβληματικούς και τραυματίες, οι οποίοι καταζητούνταν από το αστικό κράτος ως εγκληματίες πολέμου και διαπράξαντες κοινά ποινικά αδικήματα στις αιματηρές μάχες του Δεκεμβρίου, αλλά και σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό της αποκαλούμενης «λευκής τρομοκρατίας», η οποία κατέκλυζε απειλητικά τη χώρα, ιδίως την ελληνική ύπαιθρο. Το διάστημα εκείνο είχαν μετοικήσει σε στρατόπεδο του Ρουμπίκ της Αλβανίας εκατοντάδες αγωνιστές του ΕΑΜ και μέρος της πολιτικής του ηγεσίας ακριβώς για τον λόγο αυτό.

Ο Βελουχιώτης ήταν η πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση. Με την καταφυγή αυτή το κόμμα θα απαλλασσόταν με εύσχημο τρόπο από ένα βαρίδι. Το ίδιο θα συνέβαινε και με το αστικό κράτος και τους Βρετανούς. Είναι εύγλωττη η τοποθέτηση των Βρετανών, όπως τη μεταφέρει ευφυώς ο συντηρητικός πολιτικός Christopher Montague Woodhouse, ο οποίος βρέθηκε στην Ελλάδα τον καιρό της γερμανικής κατοχής και αμέσως μετά τον πόλεμο υπηρέτησε για λίγο διάστημα στη βρετανική πρεσβεία των Αθηνών. Με την προβληματική του συμπεριφορά, μετά την απελευθέρωση, ο Βελουχιώτης συνιστούσε «μαύρο χρήμα» για την αστική εξουσία. Με οποιονδήποτε τρόπο και αν ξεφορτωνόμασταν τον Άρη, αναφέρει ο Βρετανός, θα τον μετατρέπαμε σε ήρωα. Υποστηρίζει ότι η παρουσία του ωφελούσε τα κυβερνητικά και βρετανικά σχέδια, διότι διέβαλλε ολοένα και περισσότερο τον ΕΛΑΣ, αλλά η ύπαρξή του μόνον για τον σκοπό αυτό αποτελούσε δαπανηρή πολυτέλεια. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες οι Βρετανοί είχαν σχηματίσει σχετική δικογραφία εις βάρος του, θεωρώντας τον κατηγορούμενο και αυτόν ως εγκληματία πολέμου, γεγονός που δεν αποκλείεται να περιήλθε στη γνώση του Βελουχιώτη. Συνεπώς, η καταφυγή του στα βουνά αποτελούσε αναγκαστική επιλογή, λόγω του ταραχώδους παρελθόντος του και των κυκλοφορουσών φημών.

Έτσι, ο Άρης Βελουχιώτης μετέβη εκ νέου και απρόθυμος στην Αλβανία προς τα τέλη Μαρτίου και από παραμεθόριο χωριό επικοινώνησε με αξιωματικό του αλβανικού στρατού, στον οποίο διεμήνυσε ότι θα συνέχιζε το ταξίδι προς τη Γιουγκοσλαβία με σκοπό να συζητήσει την κατάσταση αποκλειστικά με τον Τίτο και στην επιστροφή θα επικοινωνούσε και με τους Αλβανούς για να τους ενημερώσει για τα αποτελέσματα της συνάντησης. Ο Άρης, όμως, δεν δέχτηκε να περιοριστεί στο Ρουμπίκ, όπως του πρότειναν, ούτε έφτασε ποτέ στη Γιουγκοσλαβία· επέστρεψε στο άλλοτε άντρο του, την Ήπειρο, απόλυτα απογοητευμένος, αλλά αρνούμενος και πάλι να συμμορφωθεί με τους κομματικούς όρους για να συνεχίσει ανεπιτυχώς τις άγονες εξορμήσεις προκειμένου να συμπαρασύρει οπαδούς και να συσπειρώσει συμπαθούντες στον αγώνα του.

Η αυτοκτονία του τελικά στη Μεσούντα Άρτας βόλεψε και το μεν ΚΚΕ και το δε αστικό κράτος, αφού απαλλάχτηκαν από το δύσκολο αυτό βαρίδι και οι δύο.

Απομονωμένος, παροπλισμένος και ανέλπιδος ο Βελουχιώτης πρέσβευε ένα συγκρουσιακό πνεύμα, το οποίο λίγους έπειθε. Ήταν προφανές ότι ο λαός της υπαίθρου, καταβεβλημένος από την Κατοχή, αποζητούσε την ειρήνη, την ανακωχή και την εθνική συμφιλίωση και δεν τον συγκινούσε πια η ιδέα μίας καινούριας αντίστασης κατά των Βρετανών, οι οποίοι δεν ταυτίζονταν στο θυμικό και τη συνείδησή του με τους Ιταλογερμανούς. Η διάχυτη λαϊκή αποστροφή στο προσκλητήριο του Άρη καταδείκνυε, από την άλλη, και τη δυσοίωνη προοπτική της ανερχόμενης επανάστασης, την οποία δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να αντιληφθεί η ηγεσία του ΚΚΕ. Ήταν όμως μια σοβαρή ένδειξη η οποία αγνοήθηκε.

Τα δύο αυτά στοιχεία ασκούσαν αποσυνθετική επίδραση προς τα κάτω, προς τον λαό, ένα μέρος του οποίου διέρρευσε προς τις αστικές περιοχές με συνέπεια οι συνθήκες διαβίωσής του να βελτιωθούν. Η θέση της αριστεράς απέβαινε απροσδόκητα μειονεκτική και η επιβολή της φθίνουσα: η επιλογές της προοιωνίζονταν μόνον πείνα και εξαθλίωση και όλα αυτά θύμιζαν την Κατοχή. Συνεπώς, οι απεγνωσμένες προσπάθειες του Βελουχιώτη καταδείκνυαν μία δονκιχωτική ροπή.

Με την επιστροφή του Ζαχαριάδη στην Ελλάδα (Μάιος του 1945) από το Νταχάου -ο οποίος ερχόταν ως Μεσσίας για να βάλει μία τάξη στην ανώμαλη κατάσταση του κόμματος- ο Βελουχιώτης στιγματίσθηκε δημοσίως καταλαμβανόμενος εξ απήνης, καθώς, αδίκως, προσέβλεπε στην πολυετή αγωνιστική φιλία τους και ανέμενε την δικαίωσή του. Όμως, ο αρχηγός του ΚΚΕ, προς έκπληξη όλων, αλλά κυρίως των σκληροπυρηνικών, αποδέχτηκε τη διαλλακτική έννοια της Συμφωνίας της Βάρκιζας και, ευκαιριακά τουλάχιστον, σε αντιδιαστολή προς την αγωνιστική του ιδιοσυγκρασία, προσανατολίστηκε στην εισαγωγή της αριστεράς στον κοινοβουλευτικό βίο της χώρας. Αυτό ήταν και το επιστέγασμα της αριστερής επέλασης. Ο Ζαχαριάδης, αφού τον διέσυρε πρώτα στα κομματικά όργανα, αποκήρυξε ανενδοίαστα τον Βελουχιώτη, ο οποίος αντιστεκόταν σθεναρά στην ειρηνευτική διαδικασία και αντιτίθετο στους βραχυπρόθεσμους ειρηνευτικούς σχεδιασμούς του, ορίζοντας τη Βάρκιζα ως υποταγή και καταστροφή.

Κατά μία προσεκτική έννοια, όμως, η θέση γενικότερα του ΚΚΕ την περίοδο εκείνη καταδεικνυόταν εμφανώς συγκεχυμένη ως προς την βασική στρατηγική επιλογή του: εκεχειρία και κοινοβουλευτική συνύπαρξη ή συνέχιση της ένοπλης πάλης για την ανατροπή του αστικού κράτους;

Ενώ το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ στις αρχές Οκτωβρίου του 1945, μέσω του Μήτσου Παρτσαλίδη, τον οποίο επόπτευε βλοσυρός ο Ζαχαριάδης από το ύψος της συνεδριακής έδρας όταν εισηγείτο, υιοθέτησε ειρηνιστικές αρχές που στόχευαν στην κοινοβουλευτική συνύπαρξη και στα δημοκρατικά μέσα κατάκτησης της εξουσίας, χωρίς, όμως, να εγκαταλείψει το ενδεχόμενο της ένοπλης δράσης για την ανατροπή της αστικής τάξης και την πολιτική του επιβολή, λίγους μήνες πριν, στις 25-27 Ιουνίου 1945, η 12η Ολομέλεια προέκρινε ως βασική πολιτική επιλογή την ένοπλη βία, θέσεις που υιοθετούσε ακριβώς ο Βελουχιώτης και που ο Ζαχαριάδης είχε καταδικάσει λίγες ημέρες πριν.

Η Ολομέλεια αποφάσιζε τη δυναμική αναμέτρηση με το αστικό κράτος με την οργάνωση της ‘μαζικής αυτοάμυνας’, η οποία δικαιολογήθηκε -και έως ενός σημείου ήταν όντως επιβεβλημένη- με την καταστολή και τις διώξεις. Το δόγμα της ‘αυτοάμυνας’, ωστόσο, έμελλε να εξελιχθεί σε δυναμικό, ένοπλο και τρομοκρατικό μηχανισμό κατά την αιματηρή εμφυλιακή σύγκρουση 1946-1949.

Όλο το διάστημα του Εμφυλίου δεν θυμήθηκε κανείς τον «χαρισματικό, θρυλικό αλλά αμφιλεγόμενο ηγέτη» του ΕΛΑΣ.

Την 14η και 15η Ιανουαρίου 1950, όμως, η υπόθεση Βελουχιώτη επανήλθε στο προσκήνιο και συζητήθηκε στα ύψιστα κλιμάκια της διεθνούς κομμουνιστικής ηγεσίας. Στην κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των δύο κομμουνιστών ηγεσιών, του ΚΚΕ -παριστάμενου υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη και Μήτσο Παρτσαλίδη- και του ΚΚ Αλβανίας -παριστάμενου υπό τον Ενβέρ Χότζα και Μεχμέτ Σέχου- ενώπιον του Σταλινοδικείου συγκροτημένου υπό τους Στάλιν, Μολότοφ, Μαλέκνοφ και μερικών άλλων υψηλών τιτλούχων του ΚΚΣΕ στο Κρεμλίνο, ο Ζαχαριάδης διατύπωσε δολερά και τελείως αιφνιδιαστικά μία βαριά κατηγορία: κατηγόρησε τον αλβανό κομμουνιστή Ενβέρ Χότζα ότι το ΚΚ Αλβανίας συνεργαζόταν συνωμοτικά με τον Άρη Βελουχιώτη, παρακινώντας τον να επιβουλευτεί, να υπονομεύσει και να υπομοχλεύσει το ΚΚΕ. Η συζήτηση αυτή άφησε παγερά αδιάφορο τον δεσποτικό Στάλιν -ο οποίος στη μακροσκελή διήμερη αντιπαράθεση των δύο ηγετών χλεύαζε πότε τον ένα και πότε τον άλλον, απολαμβάνοντας την κοκορομαχία των δύο πειθήνιων οργάνων του, αλλά προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του Χότζα, ο οποίος στις σημειώσεις του τον χαρακτήρισε «ελεεινό και ιταμό συκοφάντη», απέρριψε περιφρονητικά τους προκλητικούς ισχυρισμούς του και δήλωσε ότι κανείς αλβανός υψηλός κομματικός τιτλούχος δεν είχε επικοινωνήσει με τον Βελουχιώτη, ούτε μάλιστα ο Κότσε Τζότζε· το ΚΚ Αλβανίας γνώριζε ότι ο Βελουχιώτης ήταν ένα γενναίος αγωνιστής και πολύ αγαπητός στον κόσμο, αλλά δολοφονήθηκε ανέντιμα προδομένος από επιστήθιο συναγωνιστή του. Οι όψιμες πληροφορίες περί ανυπακοής και αταξίας του δεν είχαν πείσει τους Αλβανούς. Η κατηγορία ήταν πέρα για πέρα συκοφαντική και απολύτως αβάσιμη, απεδείκνυε δε μία αντιδραστική συμπεριφορά απίστευτης ελαφρότητας και πολιτικού ρεαλισμού εκ μέρους του Ζαχαριάδη· η λέξη «κοντόφθαλμη» δεν αποτελεί ίσως έναν ακριβή χαρακτηρισμό της πολιτικής πράξης ενός ευφυούς ηγέτη, όπως ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης.

Στο τέλος κι ενώ όλοι θα εξέρχονταν της αίθουσας, κατά τρόπο εμφανώς επιδεικτικό, ο Μολότοφ -και όχι ο Στάλιν, όπως εσφαλμένα διατείνεται ο Παρτσαλίδης στις περιληπτικές και απελπιστικά στρογγυλεμένες απομνημονευματογραφικές μαρτυρίες του (Αυγή, 2 Μαρτίου 1976, σ. 3), στις οποίες είναι διάχυτη η ιδεολογική στόχευση- ανακοίνωσε και κατέδειξε στον Ζαχαριάδη (ο Παρτσαλίδης υποστηρίζει ότι δεν έδειξε καν την επιστολή) την επιστολή-κατηγορητήριο του Μάρκου Βαφειάδη εις βάρος του κατηγορώντας τον ενώπιον της σοβιετικής κομματικής ηγεσίας και της KGB ως «πράκτορα των Βρετανών». Ήταν ενδεικτικός ο τόπος, ο τρόπος και το ακροατήριο της απαγγελίας της κατηγορίας. Από τη στιγμή εκείνη η πολιτική «ατσαλάκωτη» αυθεντία του Ζαχαριάδη κατέπεσε οριστικά. Αυτό το αντελήφθη ο δαιμόνιος Ζαχαριάδης, αλλά δεν το πίστεψε ποτέ, έως τη στιγμή της απονενοημένης αυτοχειρίας του, την 1η Αυγούστου 1973. Αυτή ήταν άλλωστε και η ουσία της κατ’ αντιπαράστασης εξέτασης Ζαχαριάδη-Χότζα στην παγερή Μόσχα του Ιανουαρίου 1950. Τα άλλα ήταν απλώς μία κυνική και άνοστη φιλολογία που έπληττε αφάνταστα τον παντοκράτορα κομμουνιστή της Μόσχας.

Leave a Reply

Skip to toolbar