Του Σταύρου Γ. ΝΤΑΓΙΟΥ [1]

 

Το βράδυ του Σαββάτου, τη 16η Αυγούστου του 1969, η Πολιτική Αεροπορία ενημερωνόταν εμβρόντητη ότι αεροσκάφος της Ολυμπιακής Εταιρείας, το οποίο εκτελούσε πτήση εσωτερικών γραμμών, με τριάντα δύο επιβαίνοντες και το πλήρωμα, είχε παύσει να εκπέμπει σήματα επικοινωνίας. Η πρώτη υποψία των τιτλούχων της αεροπορίας εδραζόταν σε πτώση του αεροσκάφους εντός της ηπειρωτικής ενδοχώρας, αλλά στη συνέχεια περιήλθαν πληροφορίες ότι το αεροσκάφος είχε απαχθεί, είχε αλλάξει πορεία κατόπιν βίαιης ενέργειας και απειλών ενός εκ των επιβαινόντων και, τελικά, είχε οδηγηθεί στην Αλβανία. Οι αστυνομικές αρχές πίστεψαν αρχικά ότι η αεροπειρατεία ήταν έργο της «Οργάνωσης Αντιστάσεως», η οποία, με αλλεπάλληλες προκηρύξεις, δήλωνε ότι θα «χτυπούσε κάθε Σάββατο που υπάρχει μεγάλη τουριστική κίνηση». Οι εξελίξεις, όμως, ανέτρεψαν τις αρχικές υποψίες. «Οι εχθροί της Ελλάδας είχαν “εκλέξει” ένα ακόμα μέσον διά να … κάμουν εντύπωσιν», επισήμαιναν οι αρχές. Το απαχθέν αεροσκάφος, τελικά, προσγειώθηκε σε περιφερειακό αεροδρόμιο της Αυλώνας, στη νοτιοδυτική Αλβανία. Όλοι οι επιβαίνοντες ήταν Έλληνες, κατευθυνόμενοι από την Αθήνα προς το Αγρίνιο και τα Ιωάννινα και το αεροσκάφος ήταν τύπου Ντακότα DC-3. Πρωταγωνιστής της αεροπειρατείας, γνωστός στις αστυνομικές αρχές, ήταν ο ιατρός Βασίλειος Τσιρώνης.

 

 

 

 

 

Ποιος ήταν ο Βασίλειος Τσιρώνης;

Ο Βασίλειος Τσιρώνης, γόνος μικρασιατών προσφύγων, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1929. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και επιθυμούσε και ο γιος του να εισαχθεί στη Σχολή Ευελπίδων. Ο Τσιρώνης, όμως, σπούδασε στη Σχολή Στρατιωτικής Ιατρικής. Μετά την αποφοίτησή του, το 1958, εργάστηκε στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, ως ιατρός των εξόριστων αριστερών του Αϊ-Στράτη. Διαπιστώνοντας βασανιστήρια εις βάρος των εκτοπισθέντων¸ παρά τις ρητές απαγορευτικές εντολές, κατήγγειλε τις κυβερνητικές πρακτικές, αναφερόμενος σε «ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης» και κατηγορώντας τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό «για υποταγή και συνθηκολόγηση». Μάλιστα, κατά παράβαση των κυβερνητικών οδηγιών, διέρρευσε ενώπιον του ξένου τύπου εμπιστευτικές οδηγίες του τότε Υφυπουργείου Ασφαλείας, που επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς του. Η κίνηση αυτή στάθηκε η αφορμή της μετωπιαίας σύγκρουσης του Τσιρώνη με την αστική δημοκρατία. Ο Τσιρώνης, προϊστάμενος του κλιμακίου, κατηγορήθηκε από το Υπουργείο Πρόνοιας και απολύθηκε άμεσα για κραυγαλέες παραβάσεις των όρων της ιατρικής επιστήμης, επειδή «η εν γένει συμπεριφορά του ανωτέρω ιατρού ήτο τοιαύτη, ώστε να δίδει την εντύπωσιν ότι είναι όργανο όχι της ιατρικής επιστήμης, αλλά της κομμουνιστικής ηγεσίας… Συγκεκριμένως, εξέδιδε αθρόας γνωματεύσεις περί της ανάγκης επειγούσης δήθεν νοσηλείας εκτοπισμένων, ενώ ούτοι ήσαν υγιείς». Ο Τσιρώνης θεώρησε την απόφαση ως αντικείμενη προς την εργατική νομοθεσία, προσέφυγε στη δικαιοσύνη και δικαιώθηκε. Το ελληνικό δημόσιο, όμως, αρνούμενο να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση, αγνόησε τις αιτήσεις του Τσιρώνη για επάνοδο στη θέση του. Τον Αύγουστο του 1960, απογοητευμένος, επισκέφθηκε τον υπουργό Πρόνοιας και ζήτησε εξηγήσεις για την άρνηση του Υπουργείου να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση. Η συζήτηση εξελίχθηκε με λεκτική ένταση και ο υπουργός μήνυσε τον αιτούντα για περιύβριση αρχής, αφού ο Τσιρώνης τον χαρακτήρισε «ανέντιμο». Ο καταγγελλόμενος παραδέχτηκε τη χρήση της λέξης «ανέντιμη», αλλά χαρακτήρισε έτσι, υπεραμύνθηκε, την τακτική του υπουργού τον οποίο μήνυσε, με τη σειρά του, για κατασυκοφάντηση. Τελικά, ο Τσιρώνης καταδικάστηκε και εξέτισε διετή ποινή εγκλεισμού. Μετά την αποφυλάκιση, το δημόσιο διεκδίκησε από τον Τσιρώνη τα δίδακτρα της φοίτησής του στη στρατιωτική σχολή, χρέος ανερχόμενο σε 66.472 δραχμές, το οποίο αδυνατούσε να εξυπηρετήσει ο άνεργος ιατρός, με αποτέλεσμα την εκ νέου σύλληψη και καταδίκη του. Ως έγκλειστος, ο Τσιρώνης πρωτοστάτησε σε απεργία πείνας εν ονόματι όλων των καταδικασθέντων για χρέη προς το δημόσιο. Κατά τη διάρκεια της απεργίας παρεμβλήθηκαν βίαια επεισόδια, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους για υποκίνηση εξέγερσης στη φυλακή.

O διωγμός του Τσιρώνη κατέστη αντικείμενο αντιπαράθεσης πολλές φορές στη Βουλή με επανειλημμένες επερωτήσεις βουλευτών από όλα τα αντιπολιτευτικά κόμματα, αλλά οι διώξεις του, παρά ταύτα, συνεχίζονταν. Στις αρχές του 1962 δικάστηκε για τα επεισόδια στις φυλακές, εξαγόρασε την ποινή του, αλλά παρέμενε ένα ευτελές χρέος, το οποίο καλείτο να αποπληρώσει άμεσα. Το μεσημέρι της 28ης Οκτωβρίου του 1962, ημέρα εθνικής εορτής, η αστυνομία τον κάλεσε στο οικείο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του με το πρόσχημα να υπογράψει ως ιατρός ένα πιστοποιητικό θανάτου, αλλά, όταν προσήλθε, τον συνέλαβε για το εναπομείναν χρέος, το οποίο, λόγω της ημέρας, δεν μπορούσε να τακτοποιήσει. Ο Τσιρώνης, παγιδευμένος, ανταπάντησε στους αστυνομικούς ότι με τη συμπεριφορά τους «γίνονται εκτελεστικά όργανα μίας πανελληνίως γνωστής εναντίον του εκστρατείας εμπαθείας και σκοπιμότητος». Οι αστυνομικοί τον μήνυσαν και πάλι για περιύβριση αρχής.

Μετά την αποφυλάκισή του, τον Δεκέμβριο του 1962, ίδρυσε το Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο (ΟΕΜ), το οποίο μετονόμασε κατά καιρούς σε κόμμα, οργάνωση, κίνημα κ.λπ., αλλά χωρίς ερείσματα και ευρεία απήχηση. Κατά το διάστημα της διακυβέρνησης του Γεώργιου Παπανδρέου (του «Παπανδρέα», όπως σκωπτικά τον αποκαλούσε) απασχόλησε και πάλι τον τύπο, κατερχόμενος σε μία προκλητική απεργία πείνας πενήντα ημερών (Απρίλιος-Ιούνιος 1964) με αίτημα τον άμεσο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων ευρισκόμενων στις ανατολικές χώρες —η κινητοποίηση των ελλήνων πολιτικών προσφύγων στις ανατολικές χώρες είχε αρχίσει τον Ιούνιο του 1959 στην Πράγα— αλλά με απώτερο όφελος την επαγγελματική του αποκατάσταση, όμως, για μία ακόμα φορά διαψεύστηκε. Η υπόθεση επανήλθε στη Βουλή, αλλά κατά τρόπο κωμικό, καθώς γνωστός αρθρογράφος «Των Νέων» υπαινισσόταν ότι «ο Τσιρώνης σιτιζόταν κυφά».

 

 

 

 

 

Η θορυβώδης αεροπειρατεία στην Αλβανία

Ο Βασίλειος Τσιρώνης δεν “κατάπιε” ποτέ «την άδικη απόλυσή του», πολλώ δε την άρνηση των αρχών να τον επαναφέρουν στη θέση του, όπως όριζε η δικαστική απόφαση, αλλά και την πενταετή συνολικά φυλάκισή του έως το 1969. Η σύγκρουσή του με την κυβέρνηση κλιμακωνόταν επικίνδυνα, λαμβάνουσα μορφή «βεντέτας». Τη 16η Αυγούστου του 1969, απογοητευμένος, αλλά πείσμων, επέλεξε να ταξιδέψει οικογενειακώς (αυτός, η σύζυγός του και τα δύο παιδιά του) με αεροσκάφος της Ολυμπιακής από την Αθήνα προς το Αγρίνιο και τα Ιωάννινα, την περιοχή της καταγωγής του. Λίγο μετά την απογείωση, μαζί με τα άλλα τρία μέλη της οικογένειας, οπλισμένοι με δύο πιστόλια και δύο μαχαίρια κατέλαβαν το πιλοτήριο και υποχρέωσαν τον πιλότο να οδηγήσει το αεροσκάφος προς την Αλβανία, δηλώνοντας: «Στο όνομα της λευτεριάς και του ανθρώπου κυριεύω αυτό το αεροπλάνο!» Ακολούθησαν διαπληκτισμοί του Τσιρώνη με κάποιους επιβαίνοντες και παρακλήσεις του κυβερνήτη να προσγειωθούν σε κάποια άλλη χώρα, καθώς Ελλάδα και Αλβανία δε διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις. Ο Τσιρώνης ήταν ανένδοτος και το σχέδιό του προμελετημένο. Συνεπώς, το αεροσκάφος, συνοδευόμενο από αλβανικά πολεμικά αεροσκάφη τύπου Mig-21 της αλβανικής στρατιωτικής αεροπορίας, προσγειώθηκε απότομα και ανώμαλα σε μικρό (στρατιωτικό) αεροδρόμιο της Αυλώνας, το οποίο είχαν κατασκευάσει προπολεμικά οι Ιταλοί. Οι αλβανοί αξιωματούχοι οδήγησαν τους επιβάτες σε κοντινό πανδοχείο που μύριζε χλωρίνη, εξοπλισμένο με στρατιωτικές κουβέρτες και σεντόνια (αφού ανέκριναν κάποιους), ενώ ειδικό κλιμάκιο αξιωματικών της ασφάλειας, ανακριτών και άνδρες των μυστικών υπηρεσιών μετέβησαν άμεσα στο χώρο τακτοποίησης των θυμάτων της αεροπειρατείας. Ο Τσιρώνης και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του, αφού εξήγησαν στο ανακριτικό κλιμάκιο τις προθέσεις τους, οδηγήθηκαν στα Τίρανα.

Το απόγευμα οι Αλβανοί επιφύλασσαν έκπληξη στους έλληνες, οι οποίοι βρέθηκαν στη χώρα τους παρά την επιθυμία τους: τους ανακοίνωσαν ότι αύριο κιόλας μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα —όσοι το επιθυμούσαν— και μάλιστα το αλβανικό κράτος εν είδει γενναιοδωρίας τούς δώριζε τα καύσιμα της πτήσης. Και, περαιτέρω, ως απτή ένδειξη της αλβανικής φιλοξενίας τούς παρέθεσαν δωρεάν δείπνο και κάλεσαν πρόχειρη λαϊκή ορχήστρα να ψυχαγωγηθούν(!). Οι “φιλοξενούμενοι” φιλεύτηκαν με κρασί και αλβανικά παραδοσιακά φαγητά και χόρεψαν παραδοσιακούς χορούς μαζί με ένα συγκρότημα που κλήθηκε επί τούτου στο πανδοχείο. Μετά την «αυθόρμητη χοροεσπερίδα», οι έλληνες ξεναγήθηκαν στην πόλη της Αυλώνας.

Όλα αυτά έμοιαζαν ανεξήγητα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι. Δυο ημέρες μετά, ο ελληνικός τύπος, χωρίς να δώσει μεγαλύτερη έκταση στο γεγονός (δεν συνέφερε ούτε τη δικτατορική κυβέρνηση, ούτε την Ολυμπιακή) υπογράμμιζε λακωνικά ότι κατόπιν διαβημάτων «επέστρεψαν εξ Αλβανίας οι απαχθέντες υπό των αεροπειρατών», ενώ οι δράστες, ο ιατρός Τσιρώνης, η σύζυγος και τα τέκνα του παρέμειναν στην Αυλώνα. Πράγματι, την επόμενη κιόλας, τη 17η Αυγούστου του 1969, στις 10:00 όλοι οι επιβάτες και το πλήρωμα του αεροσκάφους επέστρεψαν στην Ελλάδα. Στις 11.00 οι επιβάτες και το πλήρωμα προσγειώθηκαν στην Κέρκυρα και από εκεί με ειδικό αεροσκάφος κατευθυνθήκαν στην Αθήνα, όπου τους υποδέχθηκε ο αναπληρωτής πρόεδρος της κυβέρνησης Ιωάννης Αγαθαγγέλου με εντολή του Γεώργιου Παπαδόπουλου. Ο Αλέξανδρος Ωνάσης της Ολυμπιακής συνεχάρη το πλήρωμα για την ολύμπια ψυχραιμία που είχε επιδείξει και τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε η παραμικρή υπόνοια ότι μπορούσαν να κατηγορηθούν και αυτοί ως πράκτορες των Αλβανών. Μάλιστα, η Ολυμπιακή θα κάλυπτε όλα τα έξοδα των ανακρίσεων και των εξηγήσεων ενώπιον των ελληνικών αρχών.

Την ίδια ημέρα της αεροπειρατείας, αργά το βράδυ, το Αλβανικό Τηλεγραφικό Πρακτορείο ανακοίνωνε: «Τη 16η Αυγούστου 1969 και ώρα 11:45 αεροσκάφος DC-3 της γραμμής Αθήνα – Αγρίνιο – Ιωάννινα, της ελληνικής αεροπορικής εταιρείας “Ολυμπιακή” που κυρίευσε ο έλληνας πολίτης ιατρός Βασίλης Τσιρώνης, προσγειώθηκε υπό κανονικές συνθήκες στο αεροδρόμιο της πόλης της Αυλώνας, με 28 επιβάτες. Ο ιατρός Βασίλης Τσιρώνης ζήτησε άσυλο από τις αρχές της πόλης της Αυλώνας. Το αεροσκάφος με τους υπόλοιπους επιβάτες, σύμφωνα με την επιθυμία τους, θα επιστρέψει στην Ελλάδα τη 17η Αυγούστου 1969.»

 

Ο Τσιρώνης στις φυλακές της Σουηδίας και οι απεγνωσμένες εκκλήσεις για πολιτικό άσυλο στην Αλβανία

Για την αεροπειρατεία ενημερώθηκε αμέσως ο ίδιος ο αλβανός ηγέτης Ενβέρ Χότζα, ο οποίος, από την πρώτη στιγμή, όρισε ειδικούς ανακριτές με τη ρητή οδηγία να εκμαιεύσουν όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσαν από τον Τσιρώνη και τους υπολοίπους για τις πληροφοριακές ανάγκες των αλβανικών υπηρεσιών και, στη συνέχεια, να κοινοποιήσουν στον αεροπειρατή ότι οι αλβανικές αρχές δεν θα τον παρέδιδαν στην Ελλάδα, αλλά αδυνατούσαν, ωστόσο, να τον κρατήσουν στην επικράτειά τους. Μπορούσε να επιλέξει όποια χώρα επιθυμούσε, μάλιστα εντός της ασφυκτικής προθεσμίας των δέκα ημερών. Ήταν η πρώτη δυσάρεστη έκπληξη του Τσιρώνη στην Αλβανία.

Γιατί οι Αλβανοί δε δέχτηκαν τον Τσιρώνη ουδέ να τον χρησιμοποιήσουν ως είθισται;

Ο Τσιρώνης αποτελούσε την τρίτη περίπτωση απόδρασης από την Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο: το 1947 είχε αποδράσει ο αεροπόρος Παναγιώτης Μπαλάφας, το 1952 ο Νίκος Ακριβογιάννης, αμφότεροι με κατασκοπευτικές αναθέσεις από την Ελλάδα, αλλά από τις οποίες η Αλβανία δεν είχε αποκομίσει κανένα απολύτως όφελος.

Από τις αρχές του 1961, και τη θραύση των σχέσεων της Αλβανίας με τη Σοβιετική Ένωση (με αποκορύφωμα την κατάργηση της Ναυτικής Βάσης της Αυλώνας) παρατηρήθηκε μία αμφίπλευρη παρασκηνιακή κινητικότητα για διπλωματική ανασύνδεση των δύο χωρών, αλλά μετά το 1965 η Αθήνα έπαυσε να εκδηλώνει ενδιαφέρον. Τον Ιούλιο του 1966, η ελληνική εμπορική αντιπροσωπία δεν μετέβη στην Αλβανία, λόγω της επιμονής της αντιπολίτευσης και του Ευάγγελου Αβέρωφ, ο οποίος έκρινε ότι μία τέτοια κίνηση θα σήμαινε παραίτηση της ελληνικής πλευράς από τα απαράγραπτα ιστορικά της δικαιώματα. Με την άνοδο στην εξουσία των συνταγματαρχών, οι διμερείς σχέσεις εισήλθαν σε περίοδο επικίνδυνης οξύτητας (1967-1969). Το γεγονός αυτό θορύβησε τα Τίρανα και αύξησε την ανασφάλεια και την καχυποψία της αλβανικής κυβέρνησης, η οποία όξυνε και αυτή τους ρητορικούς τόνους.

Τον Οκτώβριο του 1967, όμως, παρ’ όλο το αρνητικό, αν όχι εχθρικό, κλίμα που είχε διαμορφωθεί, ο έλληνας μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ ενημέρωσε τον αλβανό ομόλογό του ότι η Ελλάδα επιθυμούσε την επανάληψη των επιμελητηριακών συνομιλιών, αλλά οι Αλβανοί, υπό την επήρεια των γεγονότων του θέρους και τη φαύλα καχυποψία, δεν ανταποκρίθηκαν.

Η Ελλάδα, όμως, επέμενε και στις αρχές του 1969, ο Παναγιώτης Πιπινέλης —ενώ η οξύτητα έβαινε προς ύφεση— δήλωνε ότι σταθερή γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η εξομάλυνση όσο το δυνατόν περισσότερο των σχέσεων με τους βόρειους γείτονές μας. Ο Πιπινέλης εξηγούσε ότι η εφαρμογή της πολιτικής αυτής εδυσχεράνθη λόγω των γεγονότων της Τσεχοσλοβακίας, (άνοιξη 1968) τα οποία αναχαίτισαν όλες τις πρωτοβουλίες για μία διευθέτηση με τις κομμουνιστικές χώρες. Λίγους μήνες μετά, ο πρωθυπουργός Μεχμέτ Σέχου (Mehmet Shehu), ανταποδοτικά, αναφερόμενος σε εκπαιδευτικά θέματα, έκανε μνεία και στα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία.

Σε διεθνές επίπεδο, τον Αύγουστο του 1969, στο Βουκουρέστι ο Νίξον (Richard Nixon) είχε πρεσβεύσει το δόγμα «της ειρήνης και της προσέγγισης» και η πολιτική των Αθηνών αναπτυσσόταν σε πλήρη σύμπνοια με τα αμερικανικά προστάγματα. Σύμφωνα με το σκεπτικό των Αμερικανών, τώρα που η Αλβανία είχε αποδεσμευτεί πλήρως από τη σοβιετική υπερίσχυση, γεγονός που αποτελούσε γεωπολιτικό στόχο της αμερικανικής πολιτικής στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο, η Ελλάδα δε διέτρεχε κανέναν κίνδυνο από το Βορά. Ως εκ τούτου, μπορούσε να μειώσει την αμυντική της δύναμη κατά το μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου και να μετακινήσει σώματα στρατού σε άλλα σημεία.

Η εξέλιξη αυτή εισήγαγε τις διμερείς επαφές σε μία νέα εποχή.

Απαντητικά, και η αλβανική πλευρά εκδήλωνε θετικές προθέσεις, τις οποίες εκμεταλλεύθηκε η Αθήνα. Ο Σάββας Κωνσταντόπουλος στην εφημερίδα του με φιλοκυβερνητικό προσανατολισμό «Ελεύθερος Κόσμος» πρέσβευε με ζέση την ιδέα της άμεσης αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων. Η Αλβανία ανταποκρίθηκε θετικά και σε απαντητικό άρθρο της εφημερίδας «Bashkimi» άφησε να υπονοηθεί ότι η εμπορική συμφωνία δεν ήταν το ζητούμενο, καίτοι επωφελής και για τις δύο χώρες. Αναμένουμε από την Ελλάδα να αναλάβει περαιτέρω πρωτοβουλίες, επισήμανε η εφημερίδα. Η Αλβανία δεν εμφανιζόταν αρνητική και έδινε έμμεσες διαβεβαιώσεις για τον σεβασμό των εθνικών δικαιωμάτων της ελληνικής εθνικής μειονότητας, δήλωνε μάλιστα ότι δε βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα.

Για τη διαφαινόμενη ελληνοαλβανική προσέγγιση είχε ενημερωθεί και το ΝΑΤΟ από τις ελληνικές στρατιωτικές υπηρεσίες, το οποίο εκτιμούσε ότι οι εκδηλώσεις αυτές των Τιράνων σίγουρα είχαν την εύνοια του Πεκίνου, αλλά συντελούντο και εν γνώσει του Βουκουρεστίου.

Επομένως, η παρεμβολή της υπόθεσης Τσιρώνη στις θετικές εξελίξεις θα λειτουργούσε ανασχετικά και δεν θα ευνοούσε τους διπλωματικούς σχεδιασμούς των δύο χωρών. Επομένως, οι συγκυρίες γι’ αυτόν ήταν αρνητικές. Για τον λόγο αυτό, ο Τσιρώνης οδηγήθηκε, ύστερα «από επιθυμία του», στη Σουηδία «του σοσιαλιστή Ούλοφ Πάλμε» στα τέλη του Αυγούστου του 1969.

Μετά από ενάμιση μήνα, τη 10η Οκτωβρίου 1969, η σουηδική κυβέρνηση, μέσω της πρεσβείας της στο Βελιγράδι, ζήτησε πληροφορίες από τον αλβανό πρέσβη εκεί Λικ Σεΐτι (Lik Seiti) — μετέπειτα ο πρώτος αλβανός πρέσβης στην Αθήνα (Μάιος 1971) κυρίως αν, κατά την προσπάθειά του να καταλάβει το αεροσκάφος, αναγκάζοντας τον πιλότο να το οδηγήσει στην Αλβανία, ο Βασίλειος Τσιρώνης είχε διαπράξει ποινικά αδικήματα. Η αλβανική πλευρά δεν ανταποκρίθηκε στο σουηδικό αίτημα, υποχρεώνοντας τις σουηδικές αρχές, μετά από τέσσερις μήνες (Φεβρουάριος 1970) να επαναλάβει το αίτημα με διπλωματική διακοίνωση με το ίδιο περιχεόμενο στην αλβανική πρεσβεία του Βελιγραδίου, τονίζοντας ότι με τη ρηματική διακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου του 1969, η πρεσβεία ζήτησε από το Υπουργείο Εξωτερικών της Αλβανίας να παράσχει πληροφορίες ενώπιον των αρμόδιων σουηδικών αρχών σχετικά με τον έλληνα ιατρό Βασίλη Τσιρώνη και τη διαπραχθείσα από αυτόν αεροπειρατεία της 16ης Αυγούστου του 1969. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αλβανικές αρχές δε διαθέτουν περαιτέρω πληροφορίες, η πρεσβεία θα επιθυμούσε μόνον από το Υπουργείο Εξωτερικών της Αλβανίας να επιβεβαιώσει αν ο Τσιρώνης —ο οποίος τελούσε τώρα υπό κράτηση στη Στοκχόλμη, κατηγορούμενος για απάτη ξενοδοχείων που διέπραξε στη Σουηδία κατά το διάστημα της διαμονής του στη χώρα— αφίχθη πράγματι στην Αλβανία κατά την αναφερθείσα ημερομηνία και διά του εν λόγω αεροσκάφους.

Λίγες ημέρες αργότερα, η αλβανική πρεσβεία στο Βελιγράδι μεταβίβαζε στους Σουηδούς το ανακοινωθέν του Αλβανικού Τηλεγραφικού Πρακτορείου της 17ης Αυγούστου του 1969 χωρίς κανένα σχόλιο.

Παρότι η φυγάδευση του Τσιρώνη από την Αλβανία έγινε με συνωμοτικούς όρους, η ελληνική κυβέρνηση, ενημερωμένη για τον τόπο διαμονής του, στα τέλη Νοεμβρίου του 1970, μέσω της εισαγγελίας των Αθηνών και του Υπουργείου Εξωτερικών, με ρηματική διακοίνωση προς τη σουηδική πρεσβεία στην Ελλάδα, ζήτησε την παράδοση του Βασίλειου Τσιρώνη και την εκδίκασή του από την ελληνική δικαιοσύνη, κατηγορούμενου για το αδίκημα της αεροπειρατείας, της στέρησης ατομικών ελευθεριών τρίτων κ.λπ. Η σουηδική πλευρά απάντησε μετά από σχεδόν έναν χρόνο, την 5η Αυγούστου του 1971, με έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης το οποίο, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της Σουηδίας, κοινοποιήθηκε εκτός των άλλων ενώπιον της ελληνικής πρεσβείας στη Στοκχόλμη στο οποίο λακωνικά επισημαινόταν ότι: κατά του έλληνα ιατρού Βασίλη Τσιρώνη, την 22α Ιανουαρίου του 197,0 ασκήθηκε από τον βασιλικό εισαγγελέα της Στοκχόλμης ποινική δίωξη για σωρεία ποινικών αδικημάτων και λίγες ημέρες μετά, την 5η Φεβρουαρίου του 1970, ασκήθηκε δίωξη και για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Τη 16η Οκτωβρίου του 1970, ο εισαγγελέας πρωτοδικών της Σουηδίας εισήγαγε την υπόθεση Τσιρώνη ενώπιον του δικαστηρίου για τα αδικήματα αυτά και την 7η Ιουλίου του 1971 ο παραπεμφθείς καταδικάστηκε σε τρεισήμισι χρόνια φυλάκισης και με απέλαση από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής του. Στη συνέχεια, ο ανώτατος εισαγγελέας παρέπεμψε την υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο και την 28η Ιουλίου του 1971 το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι η παράδοσή του στην Ελλάδα αντέκειτο προς την εγχώρια νομοθεσία, καθώς ο κατηγορούμενος διώκεται με το αδίκημα της παράνομης οπλοκατοχής.

Έτσι, ο Βασίλειος Τσιρώνης έγκλειστος στις φυλακές Αkersberga της Στοκχόλμης εξέτισε ποινή τρεισήμισι ετών.

Λίγες ημέρες μετά την οριστική καταδίκη του, την 23η Σεπτεμβρίου του 1971, με διάχυτο το αίσθημα του αιφνιδιασμού και του φόβου ως προς την τροπή που είχαν πάρει οι εξελίξεις, εκλιπαρούσε από τη φυλακή τον πρόεδρο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας, Ενβέρ Χότζα (θεσμικά ο Χότζα δεν ήταν πρόεδρος), να ενεργήσει για την αποτροπή της «εξοντωτικής αιχμαλωσίας» της οικογένειάς Τσιρώνη, ενημερώνοντάς τον ότι παρόμοια επιστολή είχε στείλει και στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Ου Θαντ (U Thant). Ο Τσιρώνης ζητούσε «να επιστρέψει στην Αλβανία αυτοβούλως, όπως αυτοβούλως φύγαμε»! Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ζητούσε «στο μέτρο των σοβαρών δυνατοτήτων σας», τον τερματισμό της οργανωμένης βιολογικής εξόντωσης της οικογένειας Τσιρώνη. Στην επιστολή ισχυριζόταν ότι οι σουηδικές αρχές παρείχαν εν είδει κοινωνικού επιδόματος 1200 κορώνες για την ασθενούσα σύζυγό του, η οποία έπασχε από πνευμονική εμβολή και θρόμβωση και τα παιδιά που υποσιτίζονταν επί δύο χρόνια. Τον Ιανουάριο του 1970, είχε γεννηθεί και το τρίτο παιδί του «με βάρος 1700 γρμ, λόγω του υποσιτισμού της συζύγου του». Ο Τσιρώνης ενημέρωνε τον Χότζα ότι είχε ζητήσει επανειλημμένως από τον ιατρό των φυλακών να τον επισκεφθεί, λόγω εμφανούς οιδήματος των κάτω άκρων, μάλιστα εκφράζοντας υπόνοιες «ότι υπάρχει περίπτωση δηλητηρίασης, γιατί έβλεπε σημάδια τοξικότητας». Καταλήγοντας με δραματικούς τόνους, αλλά όχι χωρίς δόση υπερβολής, σημείωνε: «Ο χρόνος, ο λίγος χρόνος θα αποδείξει τις όχι αβάσιμες υποψίες μου για τους αδίστακτους ιμπεριαλιστές», οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τον δηλητηριάσουν(!). Εν ολίγοις, ο Τσιρώνης κατήγγειλε μία διεθνή συνομωσία και ευρύτερη σκοπιμότητα εις βάρος του.

Στην επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Ου Θαντ τόνιζε ότι βρισκόταν στη Σουηδία επί διετίας «παρά τη θέλησή του», μαζί με την οικογένειά του, «πολιτικός αιχμάλωτος της σουηδικής κυβέρνησης» και της ιμπεριαλιστικής σκοπιμότητας. Είμαι, τόνιζε, ουδετερόφιλος πολιτικός ηγέτης, γενικός εκπρόσωπος του ελλαδικού εθνικού κινήματος. Λίγους μήνες μετά τη μακρά εξοντωτική μου φυλάκιση από την ελληνική Χούντα, μαριονέτα της CIA, απέδρασα οικογενειακώς από τη χώρα μου με αεροπειρατεία στην Αλβανία, η οποία μου έδωσε ένα ντε φάκτο πολιτικό άσυλο, προωθηθείς μετά από δέκα ημέρες αυτοβούλως στη Σουηδία από όπου ζήτησα πολιτικό άσυλο, για να υποστώ την απάτη μίας παρωδίας ασύλου. Γι’ αυτό ζήτησα ξανά να επιστρέψω στην Αλβανία, δηλώνοντας στο Υπουργείο Εξωτερικών της Σουηδίας ότι εγκαταλείπουμε ανεπιστρεπτί τη Σουηδία. Η CIA αντέδρασε μέσω των σουηδικών αρχών με σειρά σκευωριών(!), δικών υπό καταγέλαστα προσχήματα: λαθροθηρία (πρόκειται για εσκεμμένο λάθος του αποστολέα ή διερμηνευτική αστοχία κατά τη δίκη, καθώς η κατηγορία των σουηδικών αρχών ήταν «παράνομη οπλοκατοχή») απάτη ξενοδοχείων κ.λπ. βασανισμών, πολύμηνη φυλάκιση, ενώ πριν πέντε μήνες με φυλάκισε για αεροπειρατεία και με καταδίκασε με τρεισήμισι χρόνια φυλάκιση. Τόνιζε ότι η σουηδική κυβέρνηση «φυλακίζει και την οικογένειά μου ολόκληρη σε “φυλακή χωρίς σίδερα” και της απαγορεύουν αυθαίρετα, παράνομα, ανήθικα και απάνθρωπα να γυρίσουν τα τέσσερα μέλη, πλην εμού, στην Αλβανία και την υποχρεώνουν να ζει “σε στρατιωτικές συνθήκες σιτισμού και εξαθλίωσης”». Η κυβέρνηση Πάλμε είναι τυφλό όργανο της ιμπεριαλιστικής υπερκρατικής παρακυβέρνησης της CIA, στην υπόθεση της εξόντωσης του ουδετερόφιλου έλληνα πολιτικού ηγέτη ιατρού Τσιρώνη και της οικογένειάς του, δήλωνε εξαγριωμένος και με εμφανή τα σημάδια της ψυχικής καταβολής, της διπολικής διαταραχής και της υπερβολής. Μου αρνούνται την οδοντιατρική περίθαλψη, ενώ έχω υποστεί δύο εμφράγματα του μυοκαρδίου, υπογράμμιζε. Καλούσε τον Θαντ να ενεργήσει τάχιστα για τον εξαναγκασμό της κυβέρνησης Πάλμε να χρηματοδοτήσει και να επιτρέψει άμεσα τη επιστροφή του στην Αλβανία, αποσοβώντας έτσι την προσπάθεια εξόντωσης μίας πενταμελούς οικογένειας «εκ μέρους της πόρνης κρατικής Σουηδίας – οργάνου της CIA»(!).

Οι αλβανικές αρχές, παγερά αδιάφορες για την τύχη του Τσιρώνη, αφού ενημέρωναν την ύπατη κομματική ηγεσία, έθεταν ευσεβώς τις αναρίθμητες επιστολές του στα αρχεία.

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1970, επιστολή προς τον Ενβερ Χότζα απηύθυνε και η σύζυγος του Τσιρώνη, Βαρβάρα, τα παιδιά του Παναγιώτης (16 ετών), Κώστας (15 ετών) και Σοφία (ενός έτους, η οποία είχε εν τω μεταξύ γεννηθεί στη Σουηδία), αναφερόμενοι ότι ο Τσιρώνης ήταν πλέον καρδιοπαθής και ότι η καρδιοπάθειά του έχει προχωρήσει, ενώ οι Σουηδοί ηρνούντο τη νοσοκομειακή νοσηλεία, με εμφανή πρόθεση την αργή εξόντωσή του. Να μας διευκολύνετε όλους μας (τον Τσιρώνη και εμάς την οικογένεια) μέσω του Αλβανικού Ερυθρού Σταυρού για την επάνοδό μας στα Τίρανα, εκλιπαρούσαν. Γι’ αυτό απευθυνθήκαμε πολλές φορές στο Υπουργείο Εξωτερικών της Σουηδίας, το οποίο, όμως, δεν μας δίνει καμιά απάντηση, πάρα μόνον «κωφεύει». Θέλουμε «να εγκαταλείψουμε ανεπιστρεπτί τη Σουηδία», όπου η υπερδιετής παραμονή μας πληρώθηκε κυριολεκτικά με αίμα, από όλη την οικογένεια Τσιρώνη, η οποία αποτελεί την πρωτοπορία του ΟΕΜ. Σε λίγες ημέρες και ο Τσιρώνης, από τις φυλακές Akersberga όπου εξέτιε την ποινή του με επιστολή προς τον Εξοχότατο Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αλβανίας δήλωνε ότι είναι καιρός να υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση για την απελευθέρωσή του για λόγους υγείας, καθώς ο ιμπεριαλισμός ηρνείτο να του παράσχει νοσοκομειακή νοσηλεία. Η «ποινικότητα» της αεροπειρατείας μου είναι πράξη τιμής για το ΟΕΜ και η εκδίκασή της υπάγεται στην αρμοδιότητα της Αλβανίας και όχι της ιμπεριαλιστικής σουηδικής ψευδοδικαιοσύνης, τόνιζε.

Η ροή των επιστολών διαμαρτυρίας συνεχιζόταν, αλλά αυτές δε συγκινούσαν κανέναν. Η Αλβανία, με εύσχημο τρόπο, είχε απαλλαχθεί από ένα βαρίδι, ενώ οι σχέσεις με την Ελλάδα είχαν ήδη αποκατασταθεί (Μάιος 1971).

Λόγω των προβλημάτων που προκαλούσε ο Τσιρώνης και οι οικείοι του, οι σωφρονιστικές αρχές αποφάσισαν τη μεταγωγή του στις φυλακές Μαλμόε στη νότια Σουηδία, γεγονός που δυσχέραινε περαιτέρω την υπόθεση του καταδικασθέντα. Εν τω μεταξύ, η Αλβανία είχε συνδεθεί διπλωματικά με τη Σουηδία (Ιούνιος 1969, αλλά έως τον Απρίλιο του 1972 η διπλωματική εκπροσώπησή της εξακολουθούσε να διενεργείται από την πρεσβεία της στην Κοπεγχάγη). Οι οικείοι του Τσιρώνη πίστεψαν ότι τώρα μπορούσαν να βρουν άμεσο τρόπο επικοινωνίας με τις αλβανικές αρχές.

Αμέσως, τον Ιούνιο του 1972, ο Τσιρώνης έστειλε επιστολή στην πρεσβεία της Αλβανίας, υποβάλλοντας επισήμως αίτημα για χορήγηση πολιτικού ασύλου, κατά την έννοια της Σύμβασης για το Καθεστώς των Προσφύγων της Γενεύης (1951).

Το αίτημα χορήγησης πολιτικού ασύλου συνοδευόταν από επιστολή της Βαρβάρας Τσιρώνη, η οποία υπογράμμιζε, όπως και ο σύζυγός της, ότι χωρίς τη βοήθεια της Αλβανίας και της Κίνας «η εξόντωσή του εδώ είναι βέβαια, αφού βρισκόμαστε σε σουηδική αιχμαλωσία από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της χώρας», ενώ κατηγορούσε τη Σουηδία για πείνα, γύμνια, κατασυκοφάντηση, κατασκευασμένες δίκες, φυλακίσεις, ξυλοδαρμούς μέσα και έξω από τα κρατητήρια, κλοπές ρουχισμού το μεσοχείμωνο, οικονομικό βασανισμό εις βάρος της οικογένειας κ.λπ.

Οι Αλβανοί και πάλι αγνόησαν τις εκκλήσεις και τα αιτήματα του Τσιρώνη. Στα τέλη Ιουνίου του 1972, με διάχυτο το αίσθημα της αγανάκτησης, με επιστολή από τις φυλακές Μαλμόε, προς τον Πρόεδρο της Αλβανίας σημείωνε ότι «η σιωπή σας είναι μειωτική της αξιοπρέπειάς μου!», επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος τού είχε ζητήσει συγνώμη που τον είχε υποχρεώσει να τον περιμένει λίγες ημέρες στη Λευκωσία. Ανέφερε την ίδρυση του ΟΕΜ πριν δέκα χρόνια και τους αγώνες του για κοινωνική δικαιοσύνη στην Ελλάδα. Αλλά εγώ έχω υπομονή, επισήμανε στο τέλος.

Ο Τσιρώνης κατήγγειλε και περιστατικά βίας της αστυνομίας εις βάρος της οικογένειάς του, διαπληκτισμούς και ξυλοδαρμούς.

Την περίοδο εκείνη πύκνωσε την αλληλογραφία, αναφερόμενος με δραματικούς τόνους στον ορατό κίνδυνο της ζωής του στις φυλακές. «Αν δεν γίνει κάτι τώρα για μένα, θα χαθεί για πάντα η υπόθεση του ΟΕΜ θα ναυαγήσει, επί προδήλω σοβαρή κοινή ζημιά»(!). Σε άλλη επιστολή ζητάει από την Αλβανία να βοηθήσει τον αγώνα του κατά του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Προς διευκόλυνση του αγώνα, πρότεινε στους Αλβανούς να επιτρέψουν τη μεταφορά της έδρας του ΟΕΜ στα Τίρανα. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος αν οι εκκλήσεις αυτές είναι ειλικρινείς προθέσεις ενός γνήσιου αγωνιστή, ή απόρροια διαταραχών ή άλλων σκοπιμοτήτων για την απελευθέρωσή του από τις σουηδικές φυλακές. Σε κάθε περίπτωση, προσκρούουν στην αλβανική παρέλκυση.

Σε μία προσπάθεια ήπιου εκβιασμού και αυθόρμητης αγανάκτησης, επισήμαινε στους Αλβανούς ότι «Προδήλως, λοιπόν, δεν είναι άμοιρη ευθυνών η Αλβανία για την τύχη του Τσιρώνη! Αν δεν μπορεί και δεν θέλει η Αλβανία να με απελευθερώσει, να επιτρέψει την επιστροφή μου στην Αλβανία!» Ζητάει, μάλιστα, από τις αλβανικές αρχές τη διεθνοποίηση του θέματος: Να μιλήσει η γυναίκα μου σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό της Αλβανίας, να μάθει ο κόσμος την αλήθεια, παρακαλούσε.

Ωστόσο, ο Τσιρώνης αντιλαμβάνεται τις αλβανικές προθέσεις, αλλά δεν έχει άλλη επιλογή.

Την 21η Ιουλίου του 1972, η σύζυγός του, Βαρβάρα, επισκέφθηκε την πρεσβεία της Κίνας στη Στοκχόλμη και ζήτησε να επέμβει η κινεζική κυβέρνηση να επιστρέψει στην Αλβανία όλη η οικογένεια. Αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση από τους Κινέζους.

Στη συνέχεια, τον Αύγουστο του 1972, η Βαρβάρα Τσιρώνη επισκέφθηκε μαζί με τον γιο της, Παναγιώτη, την αλβανική πρεσβεία στη Στοκχόλμη. Επανέλαβε το αίτημα για χορήγηση πολιτικού ασύλου στην Αλβανία, διότι, ισχυρίστηκε, τόσο αυτή, όσο και η υπόλοιπη οικογένειά της, διώκεται από την αστυνομία. Ο σύζυγός της στη φυλακή υπόκειται σε βασανιστήρια, ενώ η ίδια βρίσκεται σχεδόν απομονωμένη στη Στοκχόλμη, 15 χλμ μακριά από την πόλη με τα τρία παιδιά τους. Ζει με κοινωνικά επιδόματα πείνας και δεν έχει δικαίωμα εργασίας στη χώρα. Στο αίτημά μας προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Σουηδίας να επιστρέψουμε στην Αλβανία, για να μας χορηγηθεί άσυλο, μας απάντησαν ότι το αίτημα αυτό πρέπει να το εγκρίνει η Αλβανία, επισήμανε. Ωστόσο, τόνισε, τα μέλη της οικογένειας δε διαθέτουν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο και δεν μπορούν να ταξιδέψουν σε άλλη χώρα διότι, υπό τις προκείμενες παραδοχές, θα τύχουν της ίδιας αντιμετώπισης, όπως και στη Σουηδία. Στείλαμε πολλές επιστολές στην Αλβανία, αλλά δεν πήραμε απάντηση, τόνισε απογοητευμένη.

Ο αλβανός πρέσβης ενημέρωνε την ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών στα Τίρανα ότι η Βαρβάρα Τσιρώνη είχε φέρει μαζί της και δύο επιστολές με την επισήμανση να σταλούν στα Τίρανα με διπλωματικό σάκο, διότι από τη Σουηδία δεν ήταν ασφαλή η αποστολή τους προς τους παραλήπτες, όμως, οι αλβανοί διπλωμάτες αρνήθηκαν να τις παραλάβουν, προφασιζόμενοι ότι ακόμα δεν είχαν τακτοποιηθεί στην πρεσβεία και δεν είχε αποκατασταθεί η διπλωματική επικοινωνία. Της είπαν να μην εναποθέτει ελπίδες στην αλβανική πρεσβεία για διευθέτηση του θέματος στο προσεχές μέλλον, διότι δε γνώριζαν πότε θα άρχιζε να λειτουργεί κανονικά η πρεσβεία. «Αν υπάρχει ανάγκη, της είπαμε, να βρείτε άλλη αλβανική πρεσβεία στην Ευρώπη να παραδώσετε τις επιστολές σας!» Η Βαρβάρα Τσιρώνη πήρε τις επιστολές και έφυγε, ευχαριστώντας τους Αλβανούς, αλλά εμφανώς δυσαρεστημένη.

Δεδομένων των φορτικών πιέσεων του Τσιρώνη, στις αρχές Αυγούστου του 1972 το αλβανικό Υπουργείο Εξωτερικών έδινε ρητές εντολές στην πρεσβεία του στην Αθήνα να μη δοθεί καμιά απάντηση στον Τσιρώνη όσον αφορούσε το αίτημά του υποβαλλόμενο στην αλβανική πρεσβεία στη Στοκχόλμη για χορήγηση πολιτικού ασύλου στην Αλβανία.

Στα τέλη Αυγούστου του 1972, με άλλη επιστολή από τις φυλακές Μαλμόε προς τον αλβανό πρέσβη στη Στοκχόλμη, ο Τσιρώνης ζητούσε να μεταδίδει ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Τιράνων αποσπάσματα από το επίσημο δημοσιογραφικό όργανο «Αδέσμευτη Ελλάδα» του ΟΕΜ. Θεωρούσε εαυτόν πολιτικό ηγέτη στα μέτρα του Γεωργίου Παπαδόπουλου, Γεώργιου Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά μοναδικό αγωνιζόμενο κατά του μαύρου ιμπεριαλιστικού μετώπου στο πλάι του κόκκινου.

Τον Σεπτέμβριο του 1972, ο αλβανός πρέσβης στη Στοκχόλμη Σαμί Μπαχόλι (Sami Baholli), ενημέρωνε το Υπουργείο Εξωτερικών ότι ο Τσιρώνης εξακολουθούσε να αποστέλλει επιστολές προς την πρεσβεία της Αλβανίας στη Στοκχόλμη, καταγγέλλοντας τη Σουηδία και τους γιατρούς των φυλακών ότι επιχειρούσαν με ύπουλους τρόπους να τον δηλητηριάσουν, «αναμένοντας την απάντησή σας για επάνοδο των Τσιρώνηδων στην Αλβανία. Η οικογένειά μου υποσιτίζεται [και πρέπει] να επιστρέψει ή στα Τίρανα ή στην Ελλάδα». Σε άλλη επιστολή, την 20η Σεπτεμβρίου του 1970, κατήγγειλε συγκεκριμένο περιστατικό με αστυνομικό, ο οποίος γρονθοκόπησε τον γιο του Παναγιώτη και ότι εάν η Αλβανία δεν επιθυμούσε να αναδείξει το περιστατικό, τότε το περιστατικό θα το προβάλει το όργανο του ΟΕΜ «Αδέσμευτη Ελλάδα», ένα φυλλάδιο-χειρόγραφο, το οποίο φιλοτεχνούσε ο ίδιος στις φυλακές, χωρίς να παραλείψει να κάνει μνεία της παρούσης επιστολής του προς την αλβανική πρεσβεία. Αυτό αποτελούσε άλλη μία ήπια μορφή εκβιασμού προς την αλβανική κυβέρνηση, αλλά και πάλι τα Τίρανα δεν συγκινήθηκαν. Την 29η Σεπτεμβρίου του 1972, μία εβδομάδα αργότερα , σε υπομνηματικό σημείωμα προς την πρεσβεία της Λαϊκής Αλβανίας ανέφερε ότι «το φαρμάκωμα της ηγεσίας του ΟΕΜ της Ελλάδος στις σουηδικές φυλακές είναι αργό και επιστημονικό. Τα πόδια μου είναι πρησμένα και ζητώ τη νοσηλεία μου στα Τίρανα ή στην Καρολίνκα». Και επειδή αντιλαμβανόταν την αλβανική παρελκυστική τακτική, μετρίαζε τους τόνους, αναφερόμενος συνθηματικά ότι «οι φόλες του μαύρου (μιλάει συνθηματικά για μαύρο μέτωπο: δυτικών χωρών και κόκκινο μέτωπο: Αλβανίας και Κίνας) αποσκοπούν στη διάρρηξη των σχέσεων της Αλβανίας με τον Τσιρώνη», εγείροντας σενάρια φαντασιοπληξίας. Αλλά ούτε και η ενέργεια αυτή απέδωσε· τα Τίρανα αγνοούσαν επιδεικτικά τις εκκλήσεις του.

Τον Νοέμβριο του 1972, με επιστολή προς την αλβανική πρεσβεία και τον Χότζα, κατήγγειλε βασανιστήρια, ασφυκτικό δέσιμο χεριών, ποδιών σώματος και μαρτύρια δίψας, ζητώντας από τους Αλβανούς «να πιέσετε να αποφυλακιστώ και μαζί με την οικογένειά μου να μεταβώ στην Αλβανία!». Οι τελευταίες επιστολές αναδείκνυαν τη ορατή πλέον καταρρακωμένη ψυχική του υγεία και καταβολή. Μαζί με την οργή εξέφραζε και απελπισία: «Σας γράφω με παρανοϊκή αντίληψη και αθεράπευτη ειλικρίνεια… για τα βασανιστήρια, τα λάθη, την οικονομική εξαθλίωση. Θα δώσω εντολή στους οικείους μου να μη σας ενοχλούν, αλλά σύντομα θα έρθει σε εσάς ο Παναγιώτης, για να μιλήσει και, μετά την αποφυλάκισή μου, θα έρχομαι μόνος μου!» εκλιπαρούσε από τις φυλακές.

Αλλά η σιωπή των Αλβανών ήταν ταπεινωτική.

 

 

 

 

 

Το τραγικό τέλος και επιλογικά ερωτήματα

Η Αλβανία δε συγκινήθηκε μέχρι τέλους από το δράμα του Τσιρώνη και ούτε επιλήφθηκε με κάποιο τρόπο της υπόθεσής του. Μετά την έκτιση της ποινής, οι σουηδικές αρχές τον απέλασαν οικογενειακώς στην Ελλάδα, όπου ήρθε ξανά αντιμέτωπος με το «ενοχικό του παρελθόν» και «συνέχισε τους αγώνες του». Ο Τσιρώνης στοχοποίησε κυρίως τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον οποίο θεωρούσε βασικό υπαίτιο της τραγωδίας του, κινητοποιούμενος με διάφορες «επαναστατικές ενέργειες», πυροβολώντας μάλιστα και με καραμπίνα στην κεντρική αγορά της Αθηνάς, ή φωνάζοντας διάφορα υβριστικά συνθήματα που απεδείκνυαν τον κλονισμένο ψυχισμό του. Στα πολιτικά πηγαδάκια της Αθήνας τον αποκαλούσαν “καουμπόι”.

Την 30η Νοεμβρίου του 1977, άνδρες της αστυνομίας επιχείρησαν να τον συλλάβουν στην οδό Άρεως 35 στο Παλαιό Φάληρο, αλλά ο Τσιρώνης οχυρώθηκε στο διαμέρισμά του, το οποίο τον Φεβρουάριο του 1978, κήρυξε «Ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος», καθώς διωκόταν για μία σειρά καταδικαστικών αποφάσεων, ενώ εις βάρος του εκκρεμούσαν εντάλματα σύλληψης για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος αστυνομικών. Συγκεκριμένα, εκκρεμούσαν οι ερήμην καταδίκες: τρεις μήνες και δέκα ημέρες φυλάκιση για περιύβριση αρχής και απειλή, με απόφαση του πλημμελειοδικείου Αθηνών υπ’ αριθ. 2092/1975, οκτώ μήνες φυλάκιση και 15.000 δρχ πρόστιμο για παραβίαση του νόμου περί επιταγών, βάσει της υπ’ αριθ. 47780/1975 απόφασης του πλημμελειοδικείου Αθηνών, επτά μήνες φυλάκιση για περιύβριση αρχής και απειλή με απόφαση του πλημμελειοδικείου Αθηνών υπ’ αριθ. 15514/1976, έξι φυλάκιση για περιύβριση αρχής και απειλή με απόφαση του πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης υπ’ αριθ. 2789/1976, ένταλμα σύλληψης εις βάρος του με ημερομηνία 24/1/1978 για απόπειρα ανθρωποκτονίας και οπλοχρησίας, όταν πυροβόλησε εναντίον αστυνομικών που είχαν κινητοποιηθεί εκεί για να τον συλλάβουν, την ημέρα της αυτοφυλάκισης.

Με καθημερινές προβολές στον εξώστη του σπιτιού εξαπέλυε απειλές κατά του πολιτικού κατεστημένου με «πολεμικά ανακοινωθέντα», ενώ σε κάποιες περιπτώσεις οι ελεύθεροι σκοπευτές πυροβόλησαν τα μεγάφωνά του. Ενώ η κατάσταση εξελισσόταν ως μία χαίνουσα πληγή στην περιοχή και οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν για τη διαρκή αναστάτωση, την 7η Ιουλίου του 1978 η εφημερίδα «Το Βήμα» αφιέρωνε ρεπορτάζ από το Παλαιό Φάληρο για τον αυτοφυλακισμένο Βασίλειο Τσιρώνη, τονίζοντας ότι ο Τσιρώνης «θα μπορούσε να είναι γραφικός τύπος, εάν δεν είχε εξελιχθεί σε ελεύθερο σκοπευτή. Εγκατέστησε μεγάφωνα να υβρίζει του πάντες και τα πάντα, προσβάλλοντας ακόμα και τη δημόσια αιδώ. Τώρα βγαίνει στο μπαλκόνι και πυροβολεί. Η υπόθεση δεν είναι φαιδρή, αλλά επικίνδυνη, η υπόθεση Τσιρώνη υπογραμμίζει την ανυπαρξία του κράτους», κατέληγε το δημοσίευμα, το οποίο στάθηκε αφορμή για την επιχείρηση της αστυνομίας λίγες ημέρες μετά, με σκοπό τη σύλληψή του.

Η απόφαση για την έφοδο της αστυνομίας στο σπίτι του Τσιρώνη ελήφθη με κοινή διυπουργική συναίνεση των υπουργών Μπάλκου και Σταμάτη, διότι «τις φαιδρές ενέργειές» του ακολούθησαν άλλες σοβαρότερες, όπως κράτηση ομήρων και πυροβολισμοί, επισήμαινε η αστυνομία.

Η επιχείρηση εκτελέστηκε από το νέο σώμα των 28 «κομάντος» της αστυνομίας, εκπαιδευμένων στο εξωτερικό (είχε συγκροτηθεί πριν δύο μήνες) με επικεφαλής του Μιχάλη Γεωργιακάκη και προσέλαβε εντυπωσιακές διαστάσεις με την κατάληψη ολόκληρης της γύρω περιοχής, την πολιορκία της κατοικίας του Τσιρώνη και τη χρήση καπνογόνων. Εντός της κατοικίας υπήρχε, εκτός από τον ιατρό, οι γιοι του, Παναγιώτης και Κώστας, και η κόρη του Σοφία, αλλά και μία νεαρή επισκέπτρια από την Καρδίτσα. Η επιχείρηση θεωρήθηκε επικίνδυνη, καθώς ο δράστης διέθετε πυρομαχικά και χειροβομβίδες και μπορούσε εκβιαστικά να σκοτώσει κάποιο από τα μέλη της οικογένειας.

Πριν εισέλθουν οι αστυνομικοί στο διαμέρισμα, ο Τσιρώνης, αντιλαμβανόμενος τη μυστική επιχείρηση, φώναξε: «Ζήτω η λευτεριά, ζήτω το ΟΕΜ!». Είχε προηγηθεί πριν την επιχείρηση η σύλληψη του νεαρού υπαρχηγού του ΟΕΜ Ιωάννη Σκανδάλη, ενώ καταζητούντο και άλλα άτομα. Στην επιχείρηση δεν επετράπη η προσέγγιση των δημοσιογράφων, αλλά πραγματοποιήθηκε παρουσία του αστυνομικού διευθυντή Αθηνών και του εισαγγελέα, λόγω της παραβίασης του οικογενειακού ασύλου.

Η νυκτερινή έφοδος άρχισε στις 4:15 π.μ. της 11ης Νοεμβρίου του 1978, όταν οι αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα του Τσιρώνη ανακοινώνοντάς του να παραδοθεί. Ο ίδιος, όμως, αντιστεκόμενος, ανταπάντησε: «Φασίστες, ελάτε να με πιάσετε! Το κράτος του ΟΕΜ θα γίνει ο τάφος σας!».

Τότε σε μία αστραπιαία έφοδο, οι άνδρες των ειδικών δυνάμεων παραβίασαν την μπαλκονόπορτα και εισήλθαν στο διαμέρισμα, αιφνιδιάζοντας τον διωκόμενο. Τα οικογενειακά μέλη διασώθηκαν, αλλά ο Βασίλης Τσιρώνης έπεσε νεκρός.

Τη στιγμή, όμως, που η αστυνομία είχε κυριεύσει το διαμέρισμα και οδηγούσε έξω τον νεκρό Τσιρώνη, η σύζυγός του, η οποία στάθηκε δίπλα του μέχρι τέλους, φώναζε: «Οι φασίστες σκότωσαν τον Τσιρώνη μέσα στο σπίτι του!». Την ίδια στιγμή οι αστυνομικοί μετέδιδαν με ασύρματο ότι ο Τσιρώνης είχε αυτοκτονήσει με το πιστόλι του.

Η αστυνομία στο λιτό ανακοινωθέν τόνιζε ότι στις 4:15 π.μ. της 11ης Νοεμβρίου του 1978 έγινε με όλους τους δικονομικούς κανόνες, παρουσία εισαγγελέα, ενέργεια για τη σύλληψη του διωκόμενου Τσιρώνη, ο οποίος αυτοκτόνησε την τελευταία στιγμή, αρνούμενος να παραδοθεί στις αστυνομικές δυνάμεις, που είχαν εισέλθει στο διαμέρισμά του.

Ο αστικός τύπος τόνιζε ότι ο Τσιρώνης, έχοντας δημιουργήσει δικό του κράτος, τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, όταν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις προσπάθησαν να τον εξουδετερώσουν, μαχόμενο. Οι εφημερίδες, φιλικά διακείμενες απέναντι στην κυβέρνηση, καταδίκασαν τη συμπεριφορά του Τσιρώνη, χαρακτηρίζοντάς τον «ιδιόρρυθμο».

Οι ιατροδικαστές που διενήργησαν τη νεκροψία-νεκροτομή, αποφάνθηκαν ότι ο θάνατος του Τσιρώνη ήταν αυτοκτονία, διαπιστώνοντας ότι ο αυτόχειρας έφερε διαμπερές αμφικροταφικό τραύμα, με βλήμα πυροβόλου όπλου μικρού διαμετρήματος 7,65 χιλιοστών και ότι είχε βληθεί από δεξιά προς αριστερά, λίγο κάτω και εξ απολύτου επαφής.

Τη 13η Ιουλίου του 1978, πλήθος κόσμου διαδήλωσε στην κηδεία του με συνθήματα κατά της βίας, αλλά στο ετήσιο μνημόνιο παρευρέθησαν ελάχιστοι να τιμήσουν τη μνήμη του.

Σήμερα λίγοι τον ενθυμούνται, ίσως ως έναν “γραφικό” Δον Κιχώτη που τα έβαλε με τους “ανεμόμυλους” του πολιτικού κατεστημένου της εποχής του και ηττήθηκε. Άλλοι δε ως πείσμων, ανυποχώρητο, ισχυρογνώμων, εκκεντρικό, ασυμβίβαστο, ανένδοτο… μαχητή (;). Το ΟΕΜ με την καταδίκη του Γιάννη Σκανδάλη και του Δ. Νικολούλη διαλύθηκε.

 

 

Οκτώβριος-Νοέμβριος 2019

[1] Ο Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ είναι Διδάκτωρ Ιστορίας του ΑΠΘ.

Leave a Reply