Στις αρχές του 1947, στην Ελλάδα ήταν περιορισμένοι σε διάφορους προσφυγικούς καταυλισμούς ή διαβίωναν σχετικά ελεύθεροι σε οικήματα ή αποκαθιστάμενοι σε αγροτικές περιοχές εκατοντάδες αλβανών πολιτικών φυγάδων, οι οποίοι μπόρεσαν να γλυτώσουν από το λεπίδι της αναδυόμενης «αλβανικής ερυθράς ολιγαρχίας» (όπως αποκαλούσε ο αστικός τύπος της εποχής το αλβανικό κομμουνιστικό καθεστώς) με κίνδυνο της ζωής τους, ανατρέποντας το φοβικό δίλλημα ‘θάνατος ή ελευθερία’ υπέρ της ελευθερίας. Μαζί μ΄ αυτούς είχαν διαρρεύσει και πολλοί Αλβανοί του Κοσόβου, ο αριθμός των οποίων υπερέβαινε τους 200. Όλοι αυτοί επέλεγαν την Ελλάδα ως χώρα καταφυγής, καθώς πίστευαν ότι η Ελλάδα θα τους παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια σε σχέση με άλλες όμορες χώρες, στις οποίες ο κίνδυνος απελάσεως ή αφανισμού ήταν υπαρκτός (Neshat Bilali, “Me Muharrem Bajraktarin drejt Greqisë: Historia e një udhëtimi 25 gusht-13 shtator 1946”, Përzgjodhi dhe përgatiti Petrit Palushi, fq 71).

Η Ελλάδα, όμως, είχε συρθεί η ίδια σε μια ανείπωτη εμφύλια σύρραξη, για την οποία η ελληνική κυβέρνηση εγκαλούσε τις τρείς γειτονικές χώρες της σοβιετικής υπερίσχυσης, ήτοι την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία ‒και όχι αδίκως‒ ως σταθμούς ανεφοδιασμού της κομμουνιστικής ανταρσίας.

Για τον λόγο αυτό, τον Σεπτέμβριο του 1946, η ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε ενώπιον του ΟΗΕ για την ενίσχυση της στασίασης των ελλήνων κομμουνιστών από τους βόρειους γείτονές της (Κύρου, “Η νέα επίθεσις κατά της Ελλάδος: Το ελληνικόν πρόβλημα ενώπιον του Ο.Η.Ε. Ιανουάριος 1946 – Δεκέμβριος 1948”), και την 3η Δεκεμβρίου ο πρωθυπουργός της, Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, κατήγγειλε κραυγαλέες περιπτώσεις μεθοριακών προκλήσεων και παραβιάσεων. Απαντών στον ΟΗΕ, ο Γιουγκοσλάβος πρέσβης Σάβα Κοσάνοβιτς (Sava Kosanović) ‒ο οποίος εκπροσωπούσε και το αλβανικό καθεστώς στις συζητήσεις του ΟΗΕ‒ κατήγγειλε την Ελλάδα για τη φιλοξενία «χιλιάδων προδοτών και δωσίλογων» από τις τρείς αυτές χώρες. Οι προδότες αυτοί των τσετνίκων, τόνισε, συνεργάζονταν με την ελληνική αστυνομία και τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό, για να προκληθεί εθνικό μίσος. Όπως διατεινόταν, μόνον τον Φεβρουάριο του 1945, κατέφυγαν στην Ελλάδα 40 αλβανοί εγκληματίες της φασιστικής οργάνωσης της ιταλικής κατοχής ‘Μπαλ Κομπετάρ’ (Ball Kombëtar) που είχε ιδρυθεί στην Αλβανία και είχε μεταφερθεί και στη Γιουγκοσλαβία. («Ριζοσπάστης», 19 Δεκεμβρίου 1946. σ. 1-4).

Το ΚΚΕ στην προπαγάνδα του υιοθετούσε πιστά τη γιουγκοσλαβική άποψη. Μαζί με το ΚΚΕ, το ΚΚ Ιταλίας κι όλος ο αριστερός τύπος χαρακτήριζαν τους πολιτικούς φυγάδες από την Αλβανία «εγκληματίες πολέμου». Ο αλβανικός τύπος, επίσης, κοσμούσε προσβλητικά τους αλβανούς φυγάδες, ως «συνεργάτες των Γερμανών, δωσίλογους, αιμοδιψείς εγκληματίες πολέμου, λήσταρχους και μειοδότες του έθνους».

Τα διεθνή νόμιμα, ακόμα, δεν είχαν συγκεκριμένο πλαίσιο προστασίας για τους πρόσφυγες. Μόνον ο Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών (UNRRA) μαχόταν ασθμαίνων για τη διάσωσή τους, αλλά και αυτός ανέστειλε τη δραστηριότητά του το 1947.

Για όλα αυτά, την 19η Δεκεμβρίου του 1946, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ύστερα από γραπτές και προφορικές διαμαρτυρίες και δηλώσεις, τόσο της Ελλάδας, όσο και των τριών βορείων γειτόνων της, αποφάσισε τη σύσταση Διερευνητικής Επιτροπής.

Η επιτροπή μετέβη την 17η Φεβρουαρίου 1947 στο Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο του Πειραιά για να εξετάσει 400 αλβανούς πολιτικούς φυγάδες. Εξετάσθηκαν οι βασικοί ταγοί: Φικιρί Ντίνε (Fiqiri Dine), Χυσνί Ντέμα (Hysni Dema), Μουχαρέμ Μπαϊρακτάρι (Muharrem Bajraktari), Αλούς Λεσανάκου (Alush Leshanaku), Πρενκ Περιβίζι (Prenk Pervizi) και Αμπαζ Ερμένι (Abaz Ermenji), οι οποίοι είχαν διαδραματίσει ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της Αλβανίας κατά την ιταλική και γερμανική κατοχή, κατέχοντες θέσεις στον στρατό και στη δημόσια διοίκηση. Μάλιστα, ο Φικιρί Ντίνε χρημάτισε και πρωθυπουργός. Όλοι αυτοί δήλωσαν ότι ήταν αντικομμουνιστές και αν παρέμεναν στην Αλβανία, το κραταιό καθεστώς θα τους είχε δολοφονήσει. Ο δε Μουχαρέμ Μπαϊρακτάρι πρόσθεσε ότι η Ελλάδα ήταν χώρα αληθινής ελευθερίας και δημοκρατίας και επέδωσε υπόμνημα στην Επιτροπή απορρίπτοντας τις κατηγορίες του Κοσάνοβιτς και του αλβανού εκπροσώπου Νέστι Κερέντζι (Nesti Kerenxhi).

Δύο μέρες αργότερα, την 19η Φεβρουαρίου 1947, το κλιμάκιο της επιτροπής μετέβη στο στρατόπεδο της Σύρου στην Ερμούπολη όπου υπήρχαν 53 αλβανοί πολιτικοί φυγάδες. Στη Σύρο, παρότι το κοινόβιο λειτούργησε ως χώρος σωφρονισμού και περιορισμού υπόπτων, οι εγκατεστημένοι δεν διήγαν καθόλου άσχημα, μαρτυρεί αλβανός πολιτικός φυγάς, καθώς ο πληθυσμός της ήταν πολύ φιλόξενος. Όσοι βρέθηκαν εκεί μάλλον τυχεροί ήταν. Τον Αύγουστο του 1946, στη Σύρο υπήρχαν 1900 πρόσφυγες απ’ όλες τις χώρες, αλλά στη συνέχεια απέμειναν μόνον 132. Πολλοί από τους φυγάδες ζούσαν με τις οικογένειές τους, κυκλοφορούσαν και εργάζονταν ελεύθεροι.

Από τους επιφανείς αλβανούς, στη Σύρο βρέθηκε ο Αλί Νιβίτσα (Ali Nivica), ο οποίος είχε δραπετεύσει τον Οκτώβριο του 1944, πιεζόμενος από της δυνάμεις του αλβανικού εθνικοαπελευθερωτικού στρατού και ο Χακί Ρουσίτι (Haki Rushiti), ο οποίος διέφυγε επίσης την ίδια περίοδο. Ο Νέστι Κέρεντζι, υφυπουργός Εσωτερικών και πρώτος Διευθυντής της Κρατικής Ασφάλειας (1946-1948), νέος και επιθετικός, με βλοσυρά μάτια κάτω από τα γυαλιά του, ζήτησε από την επιτροπή να εξετάσει κατ’ αντιπαράσταση τους αλβανούς «αποστάτες και προδότες», τους χαρακτήρισε συλλήβδην «σεσημασμένους εγκληματίες πολέμου» και ζήτησε την έκδοση και την παραπομπή τους ενώπιον της αλβανικής δικαιοσύνης.

Ερωτήθηκαν, επίσης, και οι Ρετζέπ Ραμαντάν (Rexhep Ramadani) και Λουάν Γκάσι (Luan Gashi), αλβανόφωνοι από το Κόσοβο, οι οποίοι δήλωσαν ότι όλοι οι συμπατριώτες τους κυκλοφορούσαν ελεύθεροι και τους διδόταν ημερήσιο επίδομα ύψους 2.000 δραχμών. Άλλοι, τόνισε ο δεύτερος, εργάζονται στις οικοδομές. Εξετάσθηκε και ο διοικητής του κοινοβίου, ο οποίος διέψευσε τις πληροφορίες ότι οι κρατούμενοι εξέφρασαν την επιθυμία να σταλούν αγωνιζόμενοι στα σύνορα της πατρίδας τους, όπως είχε καταγγείλει το ΚΚΕ και οι αντιπροσωπείες της Αλβανίας, της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας.

Ο αλβανός αξιωματούχος τόνισε ακόμη ότι οι αλβανοί εγκληματίες πολέμου που είχαν βρει καταφύγιο στην Ελλάδα, ήτοι οι Χυσνί Ντέμα, Αλούς Λεσανάκου και Πρεγκ Περβίζι, συμμετείχαν ενεργά στα μεικτά ιταλοαλβανικά στρατιωτικά τμήματα κατά της Ελλάδας στις επιχειρήσεις του Οκτωβρίου-Νοεμβρίου του 1940.

Οι συγκεκριμένες κατηγορίες του Κερέντζι περιστοιχισμένου από τους Τεοντόρ Χέμπα (Teodor Heba), Καντρί Χαζμπίου (Kadri Hazbiu), Νουρί Χούτα (Nuri Huta), και συνεπικουρουμένου από την κομμουνιστική προπαγάνδα του ΚΚΕ αλλά και από μια μερίδα ακραίων ελλήνων πολιτών διακείμενων εχθρικά προς τους Αλβανούς, άπλωναν βαριά σκιά στους απροστάτευτους φυγάδες κι έθεταν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση και την Ελλάδα ως χώρα φιλοξενίας τους, η οποία όφειλε να προστατεύσει τους φυγάδες. Όλοι αυτοί, στη συνέχεια, ζούσαν υπό το κράτος της ανασφάλειας και της απειλής της απέλασης. Όμως το κλιμάκιο δεν πείσθηκε από τις «αποδείξεις» του αλβανού ασφαλίτη και συμπέρανε ότι οι κρατούμενοι απολάμβαναν πλήρους ελευθερίας, τους επιτρεπόταν η ανάγνωση βιβλίων και εφημερίδων, και η αλληλογραφία τους διεξαγόταν ελευθέρως διά του ελληνικού ταχυδρομείου. Όλοι τους αρνήθηκαν ότι λαμβάνουν στρατιωτική ή πολιτική καθοδήγηση.

Στη στρατόπεδο της Σύρου, οι φυγάδες είχαν αναρτήσει ένα τεράστιο πανό: «Σώστε την Αλβανία από την ερυθρά τρομοκρατία, ελευθερώστε ένα εκατομμύριο Αλβανών του Κοσόβου, ευρισκόμενων υπό τη φρικτή κόκκινη τυραννία του γιουγκοσλαβικού καθεστώτος. Πετάξτε τον βρομερό Χότζα και τη συμμορία από την Αλβανία».

Μέρος των Αλβανών φυγάδων, κυρίως Αλβανών του Κοσόβου, βρέθηκαν και σε πρόχειρους καταυλισμούς ή παραπήγματα ή και σε σχολεία της Ιεράπετρας στο Λασίθι της Κρήτης. Η Ιεράπετρα λειτούργησε επίσης ως χώρος σωφρονισμού για τους υπόπτους και τους παραβαίνοντες των κανονισμών του καταυλισμού.

Εν τω μεταξύ, ο εμφύλιος μαινόταν και η συνεργασία μεταξύ των αλβανών κομμουνιστών και των ελλήνων ανταρτών συσφιγγόταν. Μεγάλο μέρος της ανατολικής βοήθειας διοχετευόταν προς το πολεμικό μέτωπο (Γράμμο-Μουργκάνα) από την Αλβανία.

Την 9η Μαΐου 1947, τρεις μήνες μετά τη μετάβαση του κλιμακίου της Διερευνητικής Επιτροπής, οι αντάρτες επιχείρησαν στη Βέροια δολοφονική επιδρομή σε συνοικία αμάχων με αρκετά θύματα, στην Ελάσσωνα σημειώθηκαν εχθροπραξίες, ενώ στη Λαμία ομάδα ανταρτών εισέβαλε και απήγαγε άμαχο πληθυσμό μεταξύ των οποίων και αναπήρους, ενώ σημειώθηκαν λεηλατήσεις στο χωριό Μοναστήρι του Δομοκού και στο Αγρίνιο. Σε άλλες περιοχές, σημειώθηκαν ανατινάξεις εργοστασίων, σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και υδραγωγείων. Την ίδια μέρα, ομάδα ανταρτών επέδραμε στον σιδηροδρομικό σταθμό Καλαμών, όπου ο συρμός εκτελούσε ‒εκτός από τη μεταφορά τακτικών επιβαινόντων‒ τη μεταγωγή 28 υποδίκων κομμουνιστών υπό τη συνοδεία της χωροφυλακής. Κατά τις εχθροπραξίες, φονευθήκαν 8 οπλίτες της χωροφυλακής, οποίοι συνόδευαν τους μεταχθησομένους ενώ απελευθερώθηκαν όλοι οι κομμουνιστές.

Οι κομμουνιστές θεώρησαν μεγάλη επιτυχία την επιχείρηση της Κρήτης. Την ίδια μέρα, ήτοι την 9η Μαΐου 1947, ομάδα 100 ατόμων υπό του Ιωάννη Ποδιά επιτέθηκε κατά της Ιεράπετρας με βαρέα όπλα και στράφηκε κατά της χωροφυλακής, καταλαμβάνοντας μέρος της κωμόπολης. Οι αντάρτες ήρθαν σε συμπλοκή με τις λιγοστές δυνάμεις της χωροφυλακής, οι οποίες συνελήφθησαν εξ απήνης. Στη συνέχεια, στράφηκαν κατά προσφυγικού οικήματος όπου στεγάζοντο αλβανοί φυγάδες και φόνευσαν 11 εξ αυτών, ενώ 6 τραυματίσθηκαν ύστερα από σκληρή συμπλοκή σώμα με σώμα. Στη συμπλοκή φονεύθηκαν και 11 αντάρτες και άλλοι 8 τραυματίσθηκαν. Νεκροί και τραυματίες υπήρχαν και από την πλευρά της χωροφυλακής. Οι αντάρτες πυρπόλησαν τις αποθήκες λιπασμάτων, λεηλάτησαν τις αποθήκες εφοδιασμού και αφαίρεσαν από το κατάστημα της Αγροτικής Τραπέζης 1.300.000 δραχμών.

Η κατάσταση κατέπεσε επικίνδυνα και οι αψιμαχίες μπορούσαν να κλιμακωθούν γρήγορα. Για την προστασία του άμαχου πληθυσμού της Κρήτης και των αλβανών φυγάδων απέπλευσε στην περιοχή, κατόπιν εντολής του υπουργού Ναυτιλίας, Σοφοκλή Βενιζέλου, το αντιτορπιλικό «Κρήτη», το οποίο κατέπλευσε στον λιμένα του Ηρακλείου για να βοηθήσει τις προσπάθειες των εγχώριων δυνάμεων στην περισυλλογή και μεταγωγή των αλβανών φυγάδων που είχαν απομείνει. Εξάλλου, αεροπλάνο της Βασιλικής Αεροπορίας ενήργησε κατοπτεύσεις άνωθεν της Ιεράπετρας για την προστασία του κοινοβίου.

Ο «Ριζοσπάστης» χαρακτήριζε τα αλβανικά θύματα κουίσλιγκς και ανάφερε ότι υπήρχαν μόνον 6 νεκροί και 6 τραυματίες («Ριζοσπάστης» 10 Μαΐου 1947).

Αργότερα, η αριστερή προπαγάνδα υιοθετώντας της κατηγόριες του Κοσάνοβιτς για συνέργεια των αλβανών φυγάδων με την ελληνική χωροφυλακή τονίζει ότι «είχε μάθει ότι αλβανοί ναζιστές είχαν καταφτάσει και στο Λασίθι για να επανδρώσουν τη χωροφυλακή εκεί. Ήταν οι μόνοι που άνοιξαν πυρ εναντίον των ανταρτών και έχασαν τη ζωή τους 11 από δαύτους» (Μάρω Δούκα, «Στις γραμμές του μύθου και τις Ιστορίας. Έλα να πούμε ψέματα» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Πατάκη). Έπειτα, ο «Ριζοσπάστης» την 10η Σεπτεμβρίου 2006, ανέφερε ότι ανάμεσα μάλιστα στους νεκρούς του αντιπάλου περιλαμβάνονταν και 11 Αλβανοί, παλιοί συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών, που τώρα είχαν προσκολληθεί στη χωροφυλακή(!).

Στις αναμνήσεις του ο πολιτικός φυγάς Νεσάτ Μπιλάλι, ο οποίος δραπέτευσε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1946 μαζί με τον οπλαρχηγό Μουχαρέμ Μπαϊρακτάρι, δίνει τη δική του εκδοχή: «Πριν από εμάς, τον Νοέμβριο του 1945 είχε καταφύγει στην Ελλάδα μία ομάδα Αλβανών του Κοσόβου, ανερχόμενοι σε 50 άτομα. Αρχικά οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν καλώς, αποκαθιστάμενους στην Αθήνα. Ούτοι όμως, άρχισαν να μην διάγουν καλώς, μάλιστα συχνά κοιμόντουσαν σε παγκάκια πάρκων και τελικά οι Έλληνες τους μετέφεραν στην Κρήτη όπου τους αποκαταστήσαν σε παλιούς στρατώνες, λέγοντες ότι αν επιθυμούσαν να ζήσουν έπρεπε να αναζητήσουν εργασία. Αργότερα διακινήθηκαν φήμες ότι αυτοί ήταν Αλβανοί εθνικιστές από το Κόσοβο, Τουρκαλβανοί. Μία νύχτα, μία ομάδα ελλήνων κομμουνιστών εισέβαλαν να τους φονεύσουν. Φόνευσαν 21 άτομα. Προκλήθηκε μεγάλη ταραχή. Ο Μουχαρέμ Μπαϊρακτάρι μετέβη στο Υπουργείο Εξωτερικών, εκφράζοντας παράπονα και ζήτησε την επιστροφή των επιβιωσάντων στον Πειραιά. Τελικά, τους μετέφεραν όσους επιβίωσαν στον Πειραιά”. (Neshat Bilali, «Shënime për historinë», Përzgjodhi dhe përgatiti Petrit Palushi, fq. 73)

Δεν μπορούμε να αποδείξουμε κάποια συνωμοτική συμφωνία μεταξύ των δύο κομμουνιστικών κομμάτων ‒Ελλάδας Αλβανίας‒ για την προκείμενη κακότητα αλλά ούτε υπέρ του αντιθέτου μπορούμε να συνηγορήσουμε.

Έναν μήνα μετά, και αφού προφανώς ενημερώθηκε για τα γεγονότα της Κρήτης, την 19η Ιουνίου 1947 η αλβανική κυβέρνηση ζήτησε από τις κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών την παράδοση των εγκληματιών πολέμου και των δωσίλογων ‒με επισυναπτόμενο πολυάριθμο κατάλογο‒ για την άμεση προσαγωγή τους σε δίκη. Την 28η Σεπτεμβρίου 1947 επανέλαβε την αίτηση προς τη Διεθνή Επιτροπή για την αποκάλυψη των εγκληματιών πολέμου. (AMPJ, V. 1951, D. 205, Fl-169, Επιστολή του Μιχάλ Πρίφτι προς τον Πρόεδρο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, Padilla Nervo) Αργότερα, η κυβέρνηση των Τιράνων επανέλαβε πολλές φορές την αίτηση, αλλά οι διεθνείς οργανισμοί δεν πείσθηκαν για τα αίτημά της και η Ελλάδα ουδέποτε παράδωσε τους πολιτικούς φυγάδες, πλην ολίγων περιπτώσεων, μετά το 1959.

Συμπερασματικά, κάτω απ΄ τον τρόμο της δικτατορίας του προλεταριάτου οι Αλβανοί πολίτες δοκίμαζαν καθημερινά τα όρια του φόβου και της παραδεδεγμένης ηθικής. Η διασάλευση της ισορροπίας αυτής τους καθιστούσε είτε ήρωες, είτε βολικά αθύρματά της δικτατορίας. Η πρώτη επιλογή, δηλαδή η άρνηση στα κελεύσματα της δικτατορίας, δύσκολη μεν αλλά τους καθιστούσε ελεύθερους ενώπιον της συνείδησής τους, ενώ η δεύτερη, η υποδούλωση, αποτελούσε μια περιοριστική μορφή διαβίωσης.

Υπό δυσμενείς συνθήκες υποχρεωμένη να εξισορροπήσει επιθετικές αντιδράσεις, εσωτερικές και εξωτερικές αλλά κυρίως της ίδιας της αλβανικής ερυθράς ολιγαρχίας, η φτωχή Ελλάδα κι ιδίως ο απλός και χειμαζόμενος λαός της συνέχισε να φιλοξενεί τους αλβανούς φυγάδες που συνέρρεαν στη χώρα ως πολιτικοί διωκόμενοι από το πιο απάνθρωπο καθεστώς των κομμουνιστών έως την πτώση του 1991 με τα γλίσχρα μέσα που διέθετε.

Εν ολίγοις, η Ελλάδα εξακολουθούσε να περιθάλπει εκείνους τους Αλβανούς που η πατρίδα τους τους αποκαλούσε «απατεώνες χωρίς διαβατήριο» ή και, ακόμη χειρότερο, «περιττώματα τους έθνους».  

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ

Ιούλιος 2020

Leave a Reply